«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Τι προμηθεύεται η Ελλάδα από το Ισραήλ και πώς θα προστατεύει τη χώρα
29 Αυγούστου 2026, 19:33 — -
Η Ελλάδα εισέρχεται στην τελική φάση για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος αεράμυνας, αντιπυραυλικής προστασίας και αντιμετώπισης drones. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί το μεγαλύτερο και τεχνολογικά πιο σύνθετο αμυντικό πρόγραμμα των τελευταίων ετών.
Οι συμφωνίες με το Ισραήλ έχει προγραμματιστεί να υπογραφούν τη Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026 στο Τελ Αβίβ, μεταξύ της Γενικής Διεύθυνσης Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων του ελληνικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας, της ισραηλινής SIBAT και των αμυντικών εταιρειών που συμμετέχουν στο πρόγραμμα.
Το κόστος του αντιαεροπορικού σκέλους υπολογίζεται περίπου στα 3,1 δισ. ευρώ. Ωστόσο, σε διεθνή δημοσιεύματα αναφέρεται ανώτατο ύψος έως 3,5 δισ. ευρώ, ανάλογα με το εύρος των πυρομαχικών, την τεχνική υποστήριξη και τα επιμέρους υποσυστήματα που θα περιλαμβάνονται.
Η απόφαση έχει ήδη εγκριθεί από το ΚΥΣΕΑ και, μετά την υπογραφή, ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση για την παράδοση. Η ανάπτυξη του προγράμματος θα γίνει σταδιακά, με στόχο την πλήρη επιχειρησιακή του λειτουργία μέσα σε 35 μήνες.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο οπλικό σύστημα ούτε έναν κυριολεκτικό θόλο πάνω από την Ελλάδα. Πρόκειται για ένα ενιαίο δίκτυο ραντάρ, αισθητήρων, κέντρων διοίκησης, ηλεκτρονικών συστημάτων και διαφορετικών τύπων αναχαιτιστικών πυραύλων.
Στόχος του είναι να εντοπίζει έγκαιρα μια απειλή, να την αναγνωρίζει, να υπολογίζει την πορεία της και να επιλέγει το καταλληλότερο διαθέσιμο μέσο για την αντιμετώπισή της. Η απειλή μπορεί να είναι από ένα μικρό drone ή ένα μαχητικό αεροσκάφος έως έναν πύραυλο cruise ή έναν τακτικό βαλλιστικό πύραυλο.
Τα τρία ισραηλινά συστήματα που δημιουργούν τον νέο θόλο
Η χαμηλότερη και πιο ευέλικτη ζώνη προστασίας αναμένεται να βασιστεί στο αυτοκινούμενο SPYDER All-in-One της Rafael. Πρόκειται για κινητό σύστημα που ενσωματώνει στο ίδιο όχημα το ραντάρ, το κέντρο ελέγχου και έως οκτώ πυραύλους.
Το SPYDER προορίζεται κυρίως για την προστασία στρατιωτικών εγκαταστάσεων, αεροδρομίων, λιμανιών, ενεργειακών υποδομών και κρίσιμων σημείων από αεροσκάφη, ελικόπτερα, drones και κατευθυνόμενα πυρομαχικά.
Ανάλογα με τον πύραυλο που χρησιμοποιεί, μπορεί να πραγματοποιεί αναχαιτίσεις σε αποστάσεις έως 15 χιλιομέτρων με Python-5, έως 20 χιλιομέτρων με I-Derby και έως 40 χιλιομέτρων με I-Derby ER. Η μέγιστη αναφερόμενη ακτίνα αφορά τις τεχνικές δυνατότητες του συστήματος και όχι κατ’ ανάγκη την ακριβή ελληνική διαμόρφωση, η οποία δεν έχει δημοσιοποιηθεί.
Το βασικό πλεονέκτημά του είναι η κινητικότητα. Μπορεί να μεταφέρεται γρήγορα, να αλλάζει θέση ώστε να δυσχεραίνει τον εντοπισμό του και να τίθεται σε κατάσταση μάχης μέσα σε λίγα λεπτά. Η δυνατότητα αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για το ανάγλυφο και τη γεωγραφία της Ελλάδας.
Στη μεσαία και στη μεγαλύτερη ζώνη άμυνας θα εντάσσεται το BARAK MX της Israel Aerospace Industries. Πρόκειται για δικτυοκεντρικό σύστημα αεράμυνας, το οποίο μπορεί να αξιοποιεί διαφορετικούς πυραύλους από κοινούς εκτοξευτές, ανάλογα με την απόσταση και το είδος της εισερχόμενης απειλής. Η οικογένεια περιλαμβάνει αναχαιτιστές με αναφερόμενες εμβέλειες 15, 35, 70 και 150 χιλιομέτρων.
Το σύστημα έχει σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση μαχητικών αεροσκαφών, drones, υποηχητικών και υπερηχητικών πυραύλων cruise, καθώς και ορισμένων κατηγοριών τακτικών βαλλιστικών πυραύλων. Το BARAK MX μπορεί να λειτουργεί με διαφορετικά ραντάρ και αισθητήρες, ενώ έχει τη δυνατότητα ταυτόχρονης εμπλοκής πολλαπλών στόχων. Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περίπτωση μαζικής επίθεσης, όταν διαφορετικές απειλές εμφανίζονται σχεδόν ταυτόχρονα από διαφορετικές κατευθύνσεις.
Στην ανώτερη αντιπυραυλική βαθμίδα τοποθετείται το David’s Sling. Το σύστημα έχει αναπτυχθεί από κοινού από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, με κύριο ανάδοχο τη Rafael και συμμετοχή της Raytheon. Το ραντάρ του προέρχεται από την ELTA της IAI, ενώ το κέντρο διαχείρισης μάχης έχει αναπτυχθεί από την Elbit Systems.
Το David’s Sling χρησιμοποιείται για την αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων μικρού και μεσαίου βεληνεκούς, μεγάλων ρουκετών, πυραύλων cruise, αεροσκαφών και UAV. Ο αναχαιτιστής του αποτελείται από δύο στάδια και έχει σχεδιαστεί για να πλήττει απευθείας τον στόχο.
Σε αντίθεση με όσα αναφέρονται συχνά, το επιβεβαιωμένο ελληνικό πρόγραμμα δεν αφορά την αγορά του Iron Dome. Η ελληνική αρχιτεκτονική θα αξιοποιήσει διαφορετικά ισραηλινά συστήματα, προσαρμοσμένα στις πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις, στη νησιωτική γεωγραφία και στις ανάγκες προστασίας ολόκληρης της επικράτειας.
Πώς θα προστατεύεται η Ελλάδα
Η πραγματική ισχύς της «Ασπίδας του Αχιλλέα» δεν θα βασίζεται μόνο στο βεληνεκές των πυραύλων της. Καθοριστικό ρόλο θα έχει κυρίως η διασύνδεση όλων των διαθέσιμων μέσων σε ένα κοινό ψηφιακό περιβάλλον διοίκησης και ελέγχου.
Τα νέα ισραηλινά ραντάρ θα συνεργάζονται με ελληνικούς αισθητήρες, τα υφιστάμενα Patriot, τα συστήματα επιτήρησης των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και με τις μη κινητικές δυνατότητες αντιμετώπισης drones που έχουν ήδη αναπτυχθεί σε νησιά και κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές.
Μόλις εντοπίζεται ένας στόχος, τα δεδομένα θα συγκεντρώνονται στο ενιαίο σύστημα διοίκησης. Εκεί θα αξιολογούνται η ταχύτητα, το ύψος, η κατεύθυνση και το πιθανό σημείο πρόσκρουσης. Στη συνέχεια, θα επιλέγεται το καταλληλότερο και οικονομικότερο μέσο αναχαίτισης.
Για παράδειγμα, δεν είναι λογικό ένα μικρό drone να αντιμετωπίζεται πάντοτε με έναν πανάκριβο πύραυλο μεγάλης εμβέλειας. Θα μπορούσε να εξουδετερωθεί μέσω ηλεκτρονικών παρεμβολών, με anti-drone σύστημα ή με αναχαιτιστή μικρότερου κόστους. Αντίθετα, ένας βαλλιστικός πύραυλος απαιτεί ταχύτερο και ισχυρότερο σύστημα ανώτερης βαθμίδας.
Αυτή είναι η βασική λογική των επάλληλων ζωνών: εάν μια απειλή διαπεράσει την πρώτη γραμμή άμυνας, θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια δεύτερη και, όπου χρειάζεται, με μια τρίτη δυνατότητα αναχαίτισης. Προτεραιότητα αναμένεται να δοθεί στη Θράκη, στο ανατολικό Αιγαίο, στις αεροπορικές και ναυτικές βάσεις, στα κέντρα διοίκησης, στα λιμάνια και στις ενεργειακές υποδομές. Σταδιακά, το δίκτυο θα επεκταθεί στην ηπειρωτική χώρα, δημιουργώντας μια κοινή επιχειρησιακή εικόνα.
Κανένα σύστημα αεράμυνας δεν μπορεί να εγγυηθεί απόλυτη προστασία, ειδικά απέναντι σε μαζικές επιθέσεις κορεσμού. Η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από τον αριθμό των εκτοξευτών και των διαθέσιμων πυραύλων, την έγκαιρη προειδοποίηση, τη διασπορά των μονάδων και την ταχύτητα αναπλήρωσης των πυρομαχικών. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», ωστόσο, αναβαθμίζει δραστικά το επίπεδο άμυνας της χώρας, περιορίζοντας τα κενά μεταξύ διαφορετικών συστημάτων και παρέχοντας στις Ένοπλες Δυνάμεις τη δυνατότητα αντιμετώπισης πολλών κατηγοριών απειλών μέσω ενός ενιαίου δικτύου.
Παράλληλα, θα καταστήσει δυνατή τη σταδιακή απόσυρση παλαιότερων αντιαεροπορικών μέσων ρωσικής προέλευσης. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας έχει ήδη χαρακτηρίσει τους S-300 «απερχόμενο τμήμα» του ελληνικού οπλοστασίου, χωρίς μέχρι σήμερα να έχουν ανακοινωθεί όλες οι λεπτομέρειες σχετικά με το χρονοδιάγραμμα και την τύχη τους. Η νέα αρχιτεκτονική αναμένεται επίσης να αποδεσμεύσει μέρος των Rafale, των F-16 Viper, των μελλοντικών F-35 και των νέων φρεγατών από τη διαρκή αποστολή χωρικής άμυνας. Με αυτόν τον τρόπο, τα αεροσκάφη και τα πλοία θα μπορούν να αξιοποιούνται περισσότερο στον ευρύτερο ρόλο αποτροπής για τον οποίο σχεδιάστηκαν.
Σημαντικό σκέλος της συμφωνίας είναι η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό άνω του 25%. Το έργο που θα αναλάβουν περίπου 12 ελληνικές εταιρείες εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 700 εκατ. ευρώ και θα περιλαμβάνει παραγωγή εξαρτημάτων, ηλεκτρονικά, λογισμικό, οχήματα, διασύνδεση αισθητήρων, εγκαταστάσεις και τεχνική υποστήριξη. Μεταξύ των εταιρειών που έχουν αναφερθεί είναι οι METLEN, Scytalys, Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα, ΕΑΒ, Prisma, Ionics, UniSystems και Sthenos, χωρίς να έχει δημοσιοποιηθεί η πλήρης κατανομή του έργου.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην ελληνική ιδιοκτησία και στον έλεγχο του λογισμικού διοίκησης και διασύνδεσης. Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα θα επιτρέψει στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις να εξελίσσουν την αρχιτεκτονική, να ενσωματώνουν νέους αισθητήρες και όπλα και να μην εξαρτώνται μόνιμα από έναν ξένο κατασκευαστή.
Η ευρύτερη «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν περιορίζεται στον αντιαεροπορικό θόλο που αγοράζεται τώρα από το Ισραήλ. Στην τελική της μορφή περιλαμβάνει προστασία από πυραύλους, αεροσκάφη και drones, καθώς και άμυνα στον θαλάσσιο και υποθαλάσσιο χώρο, μαζί με δυνατότητες κυβερνοάμυνας και αξιοποίησης δορυφορικών δεδομένων. Ουσιαστικά, πρόκειται για τη μετάβαση από ανεξάρτητα οπλικά συστήματα σε μια ενιαία ψηφιακή αμυντική αρχιτεκτονική: ένα δίκτυο που θα εντοπίζει νωρίτερα, θα λαμβάνει αποφάσεις ταχύτερα και θα μπορεί να απαντά σε κάθε διαφορετική απειλή με το κατάλληλο μέσο.


