Το αλκοόλ περνά ιστορική κρίση – Η μεγάλη ανατροπή και στην Ελλάδα Mobility
3 Σεπτεμβρίου 2026, 12:56 -
Η παγκόσμια βιομηχανία αλκοολούχων ποτών περνά μία από τις σοβαρότερες κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας της. Οι πωλήσεις μειώνονται, αποθέματα αξίας δισεκατομμυρίων ευρώ παραμένουν δεσμευμένα και οι μεγάλοι όμιλοι περιορίζουν την παραγωγή, αναδιαρθρώνουν τις δραστηριότητές τους και επενδύουν περισσότερο σε ποτά χαμηλής ή μηδενικής περιεκτικότητας σε αλκοόλ.
Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά πλέον μια προσωρινή διόρθωση μετά την πανδημία. Τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η παγκόσμια κατανάλωση μειώθηκε το 2025 για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, καθώς ο πληθωρισμός, η συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος και οι νέες συνήθειες των νεότερων καταναλωτών μετασχηματίζουν την αγορά.
Στην Ελλάδα, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η εγχώρια ποτοποιία διατηρεί ισχυρή παραγωγική και εξαγωγική βάση, όμως η κατανάλωση στην εσωτερική αγορά μετατοπίζεται προς φθηνότερα, ελαφρύτερα και χωρίς αλκοόλ προϊόντα. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν πλέον και οι συστηματικοί έλεγχοι αλκοολομέτρησης στους δρόμους.
Δισεκατομμύρια σε απούλητα ποτά
Με βάση τα νεότερα στοιχεία της IWSR, ο συνολικός όγκος της παγκόσμιας αγοράς αλκοολούχων ποτών υποχώρησε κατά 2% το 2025, δηλαδή κατά περίπου 500 εκατομμύρια κιβώτια των εννέα λίτρων. Η μπύρα, το κρασί και τα αποστάγματα κατέγραψαν πτώση, ενώ τα έτοιμα προς κατανάλωση ποτά, τα γνωστά RTDs, ήταν η μοναδική μεγάλη κατηγορία που σημείωσε άνοδο, κατά 3%.
Οι ρίζες της κρίσης εντοπίζονται στην περίοδο της πανδημίας. Εκείνη την εποχή, οι εταιρείες εκτίμησαν ότι η μεγάλη αύξηση της κατανάλωσης στο σπίτι θα διαρκούσε και αύξησαν απότομα την παραγωγή. Ιδιαίτερα στα ποτά που χρειάζονται πολυετή παλαίωση, όπως το ουίσκι και το κονιάκ, οι αποφάσεις εκείνης της περιόδου εξακολουθούν να επηρεάζουν την αγορά.
Πέντε από τους μεγαλύτερους ομίλους του κλάδου είχαν συγκεντρώσει αποθέματα παλαιωμένων ποτών συνολικής αξίας περίπου 22 δισ. δολαρίων. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η Pernod Ricard διαθέτει πλέον ώριμα αποθέματα περίπου 7,2 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 78% σε σύγκριση με το 2019, ενώ η Rémy Cointreau έχει προϊόντα αξίας περίπου 1,9 δισ. ευρώ στις αποθήκες της. Η Diageo, από την πλευρά της, περιορίζει σημαντικά την παραγωγή αποσταγμάτων, προκειμένου να διαχειριστεί απόθεμα που υπολογίζεται σε περίπου 8,5 δισ. δολάρια.
Τα οικονομικά αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τη συνέχιση της κρίσης. Η Diageo ολοκλήρωσε τη χρήση του 2026 με μείωση 3% στις καθαρές πωλήσεις και πτώση 22,9% στα καθαρά κέρδη, ενώ η Βόρεια Αμερική και η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού παρέμειναν οι πιο αδύναμες αγορές.
Ισχυρότερη είναι η πίεση που δέχεται η Pernod Ricard. Οι πωλήσεις της μειώθηκαν οργανικά κατά 3,9%, στα 9,4 δισ. ευρώ, με την πτώση να φτάνει το 14% στις ΗΠΑ και το 19% στην Κίνα. Ο όμιλος υλοποιεί πρόγραμμα εξοικονόμησης ενός δισ. ευρώ και έχει ήδη προχωρήσει σε χιλιάδες περικοπές θέσεων εργασίας.
Ανάλογο μήνυμα έστειλε στις αρχές Σεπτεμβρίου και η Brown-Forman, η εταιρεία πίσω από το Jack Daniel’s. Οι τριμηνιαίες πωλήσεις της υποχώρησαν κατά 1%, ενώ η τεκίλα κατέγραψε πτώση 12%. Την ίδια περίοδο, ωστόσο, τα έτοιμα προς κατανάλωση ποτά αυξήθηκαν κατά 20%, αποτυπώνοντας τη σημαντική αλλαγή στις προτιμήσεις του κοινού.
Οι καταναλωτές δεν εγκαταλείπουν ολοκληρωτικά το αλκοόλ. Καταναλώνουν, όμως, μικρότερες ποσότητες και λιγότερο συχνά, αναζητούν χαμηλότερες τιμές και στρέφονται σε ποτά που συνδέονται με πιο ελεγχόμενη κατανάλωση. Η λεγόμενη «premiumisation», δηλαδή η προθυμία να καταβάλουν περισσότερα χρήματα για ακριβότερες ετικέτες, έχει χάσει σημαντικό μέρος της δυναμικής της.
Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
Η ελληνική αγορά κινείται στην ίδια γενική κατεύθυνση, παρουσιάζοντας όμως ορισμένες σημαντικές διαφοροποιήσεις. Η μπύρα με αλκοόλ παραμένει η μεγαλύτερη κατηγορία σε όγκο, με μερίδιο περίπου 53%, όμως οι πωλήσεις της μειώθηκαν κατά 5,8% το 2025.
Αντίθετα, η μπύρα χωρίς αλκοόλ σημείωσε αύξηση 12% και απέκτησε μερίδιο περίπου 5% στην αγορά μπύρας. Παράλληλα, ελληνικές και πολυεθνικές εταιρείες παρουσιάζουν περισσότερα RTD cocktails, προϊόντα με χαμηλότερο αλκοολικό βαθμό και εναλλακτικές επιλογές μηδενικού αλκοόλ.
Η μεταβολή αυτή συνδέεται κυρίως με τρεις παράγοντες: την ακρίβεια, τη διαφορετική στάση των νεότερων γενεών απέναντι στο αλκοόλ και τη μεγάλη αύξηση των ελέγχων στους δρόμους. Μόνο την εβδομάδα από τις 24 έως τις 31 Αυγούστου 2026, η Τροχαία πραγματοποίησε 23.633 ελέγχους αλκοολομέτρησης στην Αττική, βεβαίωσε 219 παραβάσεις και συνέλαβε 18 οδηγούς για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Το ποσοστό των θετικών αποτελεσμάτων περιορίστηκε στο 0,93%, γεγονός που δείχνει ότι η συνεχής παρουσία των συνεργείων ελέγχου λειτουργεί πλέον έντονα αποτρεπτικά.
Η αλλαγή είναι ήδη εμφανής στην εστίαση. Περισσότεροι οδηγοί επιλέγουν μπύρα χωρίς αλκοόλ, ένα μόνο ποτό ή αναψυκτικό, ενώ πολλές παρέες αποφασίζουν εξαρχής ποιος δεν θα καταναλώσει αλκοόλ ώστε να αναλάβει την επιστροφή. Η τάση αυτή πιέζει κυρίως την κατανάλωση σε μπαρ και εστιατόρια, χωρίς να σημαίνει ότι η κοινωνική έξοδος περιορίζεται αισθητά.
Παρά τη μείωση της ζήτησης στην εσωτερική αγορά το 2025, η ελληνική ποτοποιία εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντική ανθεκτικότητα. Σύμφωνα με τα τελευταία ολοκληρωμένα στοιχεία, η εγχώρια παραγωγή έφτασε το 2024 τα 21,4 εκατομμύρια λίτρα καθαρής αλκοόλης, αυξημένη κατά 3,2% σε σχέση με το 2023 και κατά περισσότερο από 20% μέσα σε μία δεκαετία.
Η κατανάλωση ελληνικών αλκοολούχων ποτών διαμορφώθηκε στα 7,3 εκατομμύρια λίτρα καθαρής αλκοόλης, σημειώνοντας αύξηση 2%. Οι εξαγωγές ανήλθαν σε 13,9 εκατομμύρια λίτρα και 114,5 εκατ. ευρώ σε αξία. Περίπου το 65% της εγχώριας παραγωγής κατευθύνθηκε εκτός Ελλάδας.
Ο κλάδος περιλαμβάνει περίπου 300 παραγωγικές μονάδες, οι περισσότερες από τις οποίες είναι μικρές, μεσαίες και οικογενειακές επιχειρήσεις. Πάνω από το 70% της παραγωγής και περίπου το 78% των εξαγωγών αφορούν ποτά με Γεωγραφική Ένδειξη, όπως το ούζο, το τσίπουρο και η τσικουδιά.
Ως αποτέλεσμα, η ελληνική ποτοποιία δεν βρίσκεται στην ίδια θέση με τους παγκόσμιους κολοσσούς που έχουν εγκλωβιστεί σε τεράστια αποθέματα ουίσκι, κονιάκ και τεκίλας. Παραμένει, ωστόσο, εκτεθειμένη στην ακρίβεια, στο ενεργειακό κόστος, στην υψηλή φορολογία, στη γραφειοκρατία και στη σταδιακή υποχώρηση της παραδοσιακής κατανάλωσης.
Η διέξοδος περνά μέσα από τις εξαγωγές, τον τουρισμό, την ισχυρή ελληνική ταυτότητα των προϊόντων και την ανάπτυξη νέων κατηγοριών. Μικρότερες συσκευασίες, έτοιμα cocktails, ελαφρύτερα ποτά και επιλογές χωρίς αλκοόλ αναμένεται να καταλάβουν ακόμη περισσότερο χώρο στα ράφια και στην εστίαση.
Η ιστορική κρίση του αλκοόλ δεν σηματοδοτεί το τέλος της βιομηχανίας. Δείχνει, όμως, το τέλος ενός μοντέλου που στηριζόταν στη διαρκή αύξηση της κατανάλωσης και στην πεποίθηση ότι οι ακριβές, παραδοσιακές κατηγορίες θα συνέχιζαν να αναπτύσσονται χωρίς όριο.
Για την Ελλάδα, η βασική πρόκληση είναι να προστατεύσει την παραγωγή και τις εξαγωγές της, προσαρμοζόμενη ταυτόχρονα σε μια αγορά που γίνεται πιο προσεκτική, πιο απαιτητική και ολοένα πιο… νηφάλια.


