![]()
Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή.
Ο Κίμι Αντονέλι ήταν μόλις δέκα ετών όταν ο πατέρας του, Μάρκο, διέκρινε για πρώτη φορά ότι το παιδί που καθόταν στα πόδια του και κρατούσε το τιμόνι ίσως είχε ένα εξαιρετικό ταλέντο. Η διαπίστωση, ωστόσο, ήρθε μέσα από μια δοκιμή που ο ίδιος τελικά διέκοψε ως επικίνδυνη.
Βρίσκονταν στην πίστα της Αντρία, στη βορειοανατολική Ιταλία. Ο Μάρκο, πρώην οδηγός αγώνων, είχε πάει εκεί με την ομάδα του στη Lamborghini, ενώ ο Κίμι συμμετείχε σε αγώνα καρτ. Όταν ολοκληρώθηκε η ημέρα, ο πατέρας του τον ρώτησε: «Θέλεις να δοκιμάσεις τη Lamborghini;». Η απάντηση του παιδιού ήταν, φυσικά, θετική.
Ο Μάρκο έδεσε τον εαυτό του και τον γιο του στο αυτοκίνητο, περνώντας τις ζώνες γύρω και από τους δύο. Το γκάζι και το φρένο θα τα χειριζόταν ο ίδιος, αφήνοντας όλα τα υπόλοιπα στον Κίμι.
«Δεν έβλεπα την πίστα, γιατί ήταν μπροστά μου με το κράνος», είχε δηλώσει ο Μάρκο Αντονέλι στο BBC Sport. «Έβλεπα μόνο στο πλάι τις πινακίδες πριν από κάθε στροφή, στα 100 και στα 50 μέτρα. Αρχίσαμε να οδηγούμε σταδιακά όλο και πιο γρήγορα. Στο τέλος πίεσα σαν να ήμουν μόνος και έφτασα στο σημείο φρεναρίσματος στο τέλος της ευθείας, στα 320 χλμ./ώρα. Φρέναρα πολύ δυνατά, στο όριο».
Το αυτοκίνητο παρουσίασε έντονη υπερστροφή. Όπως περιέγραψε ο Μάρκο: «Ο Κίμι την έλεγξε τέλεια. Μετά πάτησα γκάζι, εκείνος ολοκλήρωσε τη διόρθωση, άλλαξε ταχύτητα και συνεχίσαμε».
Η δοκιμή σταμάτησε με απόφαση του Μάρκο, καθώς είχε πλέον γίνει επικίνδυνη. «Όταν όμως είδα το βίντεο, ένα δεκάχρονο παιδί πάνω στο πόδι μου, με την υπερστροφή και τα πάντα τέλεια, σκέφτηκα: ίσως έχει κάτι ξεχωριστό».
Δέκα χρόνια μετά, ο Κίμι, που συμπλήρωσε τα 20 μόλις τον Αύγουστο, κυριάρχησε στη Formula 1 στη δεύτερη μόλις σεζόν του, κατακτώντας τον τίτλο του νεότερου παγκόσμιου πρωταθλητή στην ιστορία του αθλήματος.
«Γεννημένος σε γκαράζ»
Σύμφωνα με τον πατέρα του, ο Κίμι «γεννήθηκε στο γκαράζ». «Από τις 15 ημέρες του βρισκόταν εκεί, άκουγε τον ήχο του κινητήρα και μύριζε τα καυσαέρια», εξηγεί ο Μάρκο, ο οποίος διατηρεί ομάδα αγώνων μαζί με τη σύζυγό του, Βερόνικα.
Όταν ο Κίμι ήταν περίπου τριών ετών, ο Μάρκο έφερε στο σπίτι, στη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων διακοπών, έναν προσομοιωτή. Τον είχε αγοράσει για να τον δοκιμάζουν οι καλεσμένοι του στην Έκθεση Αυτοκινήτου της Μπολόνια. «Κάθε βράδυ ο Κίμι ήθελε να οδηγήσει», θυμάται.

Ο Μάρκο Αντονέλι με τον γιο του, Κίμι (credits: Marco Antonelli instagram)
Καθόταν στο πόδι του πατέρα του και μοιράζονταν τα χειριστήρια με τον ίδιο τρόπο που θα το έκαναν επτά χρόνια αργότερα στη Lamborghini.
«Θυμάμαι μια νύχτα που άρχισα να με παίρνει ο ύπνος, γιατί είχα ξεκινήσει πολύ νωρίς τη δουλειά, και τρακάραμε επειδή δεν φρέναρα στο τέλος της ευθείας», λέει ο Μάρκο. «Και ο Κίμι μου είπε: “Μπαμπά, μην κοιμάσαι! Πρέπει να οδηγήσω”».
Οι επιφυλάξεις ενός πατέρα για την αγωνιστική καριέρα του γιου του
Η προοπτική να γίνει ο γιος του οδηγός αγώνων δεν έβρισκε αρχικά σύμφωνο τον Μάρκο Αντονέλι. Οι δυσκολίες που είχε αντιμετωπίσει στη δική του σταδιοδρομία τον έκαναν επιφυλακτικό. «Μερικές φορές είσαι γρήγορος, αλλά δεν βρίσκεσαι στη σωστή θέση για να γίνεις επαγγελματίας οδηγός», λέει.
Στη δεκαετία του 1990 είχε πλησιάσει στη θέση επίσημου οδηγού στο DTM, το πρωτάθλημα αυτοκινήτων τουρισμού με την τότε τεράστια απήχηση σε ολόκληρη την Ευρώπη. Δοκιμάστηκε για την Alfa Romeo, όμως η αποχώρηση του επικεφαλής της ομάδας τού στέρησε την ευκαιρία. Ακολούθησε μια ακόμη προοπτική στη BMW, δίπλα στους Ρομπέρτο Ραβάλια και Στιβ Σόπερ, δύο μεγάλα ονόματα της εποχής. Η κατάληξη, ωστόσο, ήταν η ίδια.
«Υπέφερα πολύ γι’ αυτό», λέει ο Μάρκο. «Φοβόμουν ότι ο γιος μου θα ζήσει την ίδια κατάσταση. Στην αρχή με αγχώνε πολύ το πάθος που είχε για τα μηχανοκίνητα».
Ο Κίμι μπήκε για πρώτη φορά σε καρτ σε ηλικία πέντε ετών. Από την πρώτη δοκιμή έδειξε ότι κατανοούσε τις ιδανικές τροχιές, τα σημεία φρεναρίσματος και τον τρόπο ελέγχου του οχήματος.
Οι οικονομικές δυνατότητες, όμως, έθεταν σαφή όρια. Οι Αντονέλι ήταν, κατά την περιγραφή του Μάρκο, «μια κανονική οικογένεια» και δεν μπορούσαν να επωμιστούν το κόστος της διαδρομής σε όλες τις κατηγορίες μέχρι τη Formula 1. Ο ίδιος εκτιμούσε ότι είχε τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει την παρουσία του Κίμι στα καρτ και μία χρονιά στη Formula 4, τη βασική κατηγορία μονοθεσίων. Το σχέδιο για τη συνέχεια ήταν να τον βάλει σε ένα από τα GT αυτοκίνητά του, ώστε να ακολουθήσει από εκεί επαγγελματική πορεία.
Ο Κίμι, ωστόσο, ξεχώριζε ήδη από το ξεκίνημά του. Σε κάθε κατηγορία στην οποία συμμετείχε, έδειχνε ταχύτητα και έφτανε σε νίκες.
Η Mercedes διέκρινε στον Αντονέλι έναν μελλοντικό πρωταθλητή
Στα 11 του χρόνια, το όνομα του Κίμι είχε ήδη αρχίσει να ακούγεται στους αγωνιστικούς κύκλους. Η Mercedes πληροφορήθηκε για εκείνον και ο σκάουτ της ακαδημίας οδηγών της, Γκουέν Λαγκρί, ταξίδεψε αεροπορικώς στην Ιταλία για να τον παρακολουθήσει.
Εκείνη τη σεζόν, ο Αντονέλι αγωνιζόταν με καρτ χαμηλότερης ισχύος από εκείνα των αντιπάλων του. Ο Μάρκο τού είχε εξηγήσει ότι αυτό μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελός του: αντί να επικεντρώνεται στο αποτέλεσμα, έπρεπε να αναζητά τρόπους βελτίωσης, πιέζοντας διαρκώς στο μέγιστο.
«Ο Γκουέν εντυπωσιάστηκε από το πώς ο Κίμι αντιμετώπισε αυτή την κατάσταση με τη μειωμένη ισχύ», λέει ο Μάρκο. «Ίσως κατάλαβαν ότι ο Κίμι ήταν ένα διαφορετικό παιδί».
Με την ένταξη του Κίμι στην ακαδημία της Mercedes, η ανησυχία του Μάρκο για την κάλυψη των εξόδων έπαψε να αποτελεί εμπόδιο. Μπορούσε πλέον να επικεντρωθεί στη στήριξη του γιου του, ώστε εκείνος να αξιοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητές του.

Η Mercedes δεν ήταν η μόνη που είχε διακρίνει τις προοπτικές του νεαρού. «Στα καρτ φαινόταν ήδη ότι ήταν ένα από τα ταλέντα που ξεχώριζαν», λέει ο τετράκις παγκόσμιος πρωταθλητής Μαξ Φερστάπεν, ο μόνος άλλος έφηβος που έχει κερδίσει αγώνα στη F1.
Στα 15 του, ο Αντονέλι ήταν έτοιμος για τη μετάβαση στα μονοθέσια. Στο τελευταίο στάδιο της προετοιμασίας του συμμετείχε σε ορισμένους αγώνες καρτ σε κατηγορία με ταχύτητες. Παρά τις ελάχιστες δοκιμές, εξασφάλισε την pole position στο ντεμπούτο του. Ακολούθησε ο παγκόσμιος τελικός, όπου πήρε και πάλι την pole.
Αυτά έγιναν στα τέλη του 2021, πριν ο Αντονέλι στραφεί οριστικά στα μονοθέσια. Το 2022 κατέκτησε με άνεση διάφορα πρωταθλήματα Formula 4 και το 2023 επανέλαβε την επιτυχία στη Formula Regional.
Το τηλεφώνημα του Τότο Βολφ
Ο επικεφαλής της Mercedes, Τότο Βολφ, εξέταζε ήδη τον Αντονέλι ως τον επόμενο οδηγό της ομάδας, ενδεχομένως στη θέση του Λιούις Χάμιλτον. Με τον επταπλό πρωταθλητή να πλησιάζει τα 40, ο Βολφ ήθελε να κρατήσει ο ίδιος τον έλεγχο της διαδοχής.
Αυτή η στάση αποτυπώθηκε στις διαπραγματεύσεις του 2023 για το νέο συμβόλαιο του Χάμιλτον, στις οποίες ο Βολφ κράτησε σκληρή γραμμή. Ο Χάμιλτον ζητούσε τουλάχιστον δύο εξασφαλισμένα χρόνια, ενώ ο Βολφ προσέφερε μόνο ένα. Ο συμβιβασμός που προέκυψε ήταν ένα συμβόλαιο για το 2024, με δικαίωμα επέκτασης για το 2025.

Δυσαρεστημένος, ο Χάμιλτον αξιολόγησε τις επιλογές του και υπέγραψε με τη Ferrari για το 2025. Ενημέρωσε τον Βολφ στα τέλη Ιανουαρίου του 2024, πριν αρχίσει εκείνη η σεζόν.
Ο Βολφ τηλεφώνησε αμέσως στον Μάρκο Αντονέλι για να του μεταφέρει τα «πολύ μεγάλα νέα». «“Βάζουμε τον Κίμι στη Formula 1. Τι νομίζεις;”», θυμάται ο Μάρκο. «Του είπα: “Είναι δύσκολη η ερώτηση που μου κάνεις. Χαίρομαι βέβαια που σκέφτεστε τον Κίμι, αλλά είστε σίγουροι ότι είναι έτοιμος;”»
Ο Αντονέλι κατευθείαν στα «γάντια» του Χάμιλτον
Η Mercedes πραγματοποιούσε σύσκεψη διοίκησης εκτός έδρας όταν ο Βολφ κάλεσε τους ανώτερους μηχανικούς για να τους γνωστοποιήσει την απόφαση του Χάμιλτον. «Εξετάζαμε επιλογές και προσπαθούσαμε να καταλήξουμε σχετικά γρήγορα», λέει ο Άντριου Σόβλιν, διευθυντής μηχανικών πίστας. «Όλοι θέλαμε να πάμε με τον Κίμι, κάτι που ξέραμε ότι ήταν ρίσκο. Ήταν όμως συναρπαστικό και, με βάση την πορεία του μέχρι τότε, πιστεύαμε ότι είχε καλές πιθανότητες να γίνει πολύ καλός. Φαινόταν μια καλή πρόκληση».
Όταν έγινε το τηλεφώνημα του Βολφ, ο Αντονέλι δεν είχε οδηγήσει ποτέ μονοθέσιο F1. Για να προετοιμαστεί για το ντεμπούτο του το 2025, η Mercedes σχεδίασε ένα πρόγραμμα δοκιμών περίπου 20 ημερών σε πίστες ανά τον κόσμο, χρησιμοποιώντας μονοθέσια δύο-τριών ετών.
Οι πρώτες εντυπώσεις του Σόβλιν και των μηχανικών ήταν ιδιαίτερα θετικές. «Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν πόσο γρήγορα έφτανε στον ρυθμό», λέει ο Σόβλιν. «Συνήθως οι οδηγοί βελτιώνονται σταδιακά, φρενάρουν λίγο αργότερα. Αν συγκρίνω με άλλους οδηγούς που έχουμε δει για πρώτη φορά σε μονοθέσιο F1, ο καλύτερος που είχα δει ώς τότε ήταν ο Τζορτζ Ράσελ. Ξαφνικά είχες κάποιον αρκετά παρόμοιο. Ο Κίμι χρειαζόταν δύο-τρεις εξόδους για να καταλάβει πώς συμπεριφέρεται το αυτοκίνητο και μετά ήταν λίγο-πολύ στο όριο».
«Το άλλο που βλέπεις είναι η ακρίβεια του ελέγχου: πώς κρατά το αυτοκίνητο ακριβώς στο όριο της απώλειας πρόσφυσης στην είσοδο μιας στροφής και παρ’ όλα αυτά το ελέγχει. Και τα λάθη που έκανε ήταν συχνά λάθη κρίσης ή έλλειψης εμπειρίας. Δεν ήταν λάθη κάποιου που έχει εξαντλήσει το ταλέντο του».
Οι δύο όψεις της Μόντσα
Ένα τέτοιο λάθος καταγράφηκε στο Γκραν Πρι της Ιταλίας το 2024. Ο Βολφ επέλεξε τις πρώτες ελεύθερες δοκιμές στη Μόντσα, στον εντός έδρας αγώνα του Αντονέλι, για να του δώσει την πρώτη του εμπειρία από σαββατοκύριακο F1. Το ντεμπούτο αποδείχθηκε θεαματικό, αλλά και οδυνηρό.
Ο Αντονέλι σημείωσε τον ταχύτερο χρόνο στον πρώτο του γύρο και βγήκε για δεύτερο. Κινούνταν πολύ ταχύτερα από όλους μέχρι εκείνη τη στιγμή, όμως η προσπάθειά του κατέληξε σε σφοδρό ατύχημα στην τελευταία στροφή, την Παραμπόλικα.
«Κανείς στον κόσμο δεν θα μπορούσε να πάρει τη στροφή με την ταχύτητα που επιχειρούσε», λέει ο Σόβλιν. «Είχε βάλει στο μυαλό του ότι θα έκανε κάτι ξεχωριστό και ήταν λάθος κρίσης».
Ο Βολφ τον πήρε στην άκρη και προσπάθησε να τον καθησυχάσει, λέγοντάς του ότι δεν πειράζει και πως δεν έπρεπε να ανησυχεί. Ωστόσο, το ατύχημα είχε σημαντικό αντίκτυπο στον Αντονέλι.
Μια δύσκολη πρώτη χρονιά
Στις δημόσιες τοποθετήσεις του, ο Βολφ ήταν σαφής για την ανάγκη να συγκρατηθούν οι προσδοκίες της πρώτης σεζόν. «Προετοιμάστηκα ψυχολογικά πολύ έντονα και είπα: “Θα υπάρξουν στιγμές λάμψης και στιγμές που θα θες να τραβήξεις τα μαλλιά σου”».
Δεν έλειψαν οι καλές στιγμές, με χαρακτηριστική την pole position στο σπριντ του Μαϊάμι. Η εικόνα στο μεσαίο τμήμα της σεζόν, στην Ευρώπη, ήταν όμως απογοητευτική. Αλλαγή στη σχεδίαση της πίσω ανάρτησης έκανε το μονοθέσιο νευρικό και κλόνισε την αυτοπεποίθησή του. Ο ρυθμός του δεν εντυπωσίαζε, ενώ τα λάθη ήταν πολλά. «Περιμέναμε περισσότερες καλές στιγμές από εκείνον», λέει ο Σόβλιν.
Ο Μάρκο εξηγεί: «Η Mercedes χρειαζόταν καλό αποτέλεσμα μετά από μια περίοδο που δεν θύμιζε την εποχή Χάμιλτον, και χρειαζόταν δύο αυτοκίνητα που να παίρνουν πάντα βαθμούς. Ο Κίμι ένιωσε αυτή την ανάγκη. Το ατύχημα στη Μόντσα ήταν πολύ δύσκολο να το ξεχάσει και του δημιούργησε μεγάλη πίεση».

Ο Βολφ αναγνώρισε ότι υπήρχαν «στιγμές λάμψης», χωρίς όμως να παραβλέψει «μια περίοδο εννέα αγώνων που ήταν πραγματικά κακή». «Εγώ προσωπικά δεν αμφέβαλα ποτέ», λέει. «Άλλοι αμφέβαλαν, μέσα στην ομάδα και έξω από αυτή».
Έναν χρόνο μετά το ντεμπούτο του, ο Αντονέλι είχε ακόμη ένα ατύχημα στις ελεύθερες δοκιμές της Μόντσα. Η αντίδραση του Βολφ ήταν σαφής: «Εκεί του είπα: “Κίμι, πρέπει να το γυρίσεις, δεν είναι αρκετό αυτό”», θυμάται. «Μου απάντησε: “Το ξέρω”».
Ο Μάρκο αναφέρει ότι εκείνο το διάστημα συζητούσε πολύ με τον γιο του και πως ο Κίμι «κατάλαβε πως όλα μπορούν να αλλάξουν». Όπως εξηγεί: «Η περίοδος ήταν κακή, αλλά έβλεπες φως στο τέλος του τούνελ. Και σιγά σιγά άρχισε να παίρνει αυτοπεποίθηση».
Η εικόνα άρχισε να αλλάζει όταν η F1 άφησε την Ευρώπη, το φθινόπωρο του περσινού έτους. «Ξαφνικά νιώσαμε ότι κάναμε πραγματικά καλή πρόοδο», λέει ο Σόβλιν. «Υπήρχαν σημάδια προς το τέλος της χρονιάς. Δεν λέω ότι κάποιος από εμάς περίμενε αυτό που είδαμε φέτος, αλλά είχαμε έναν αξιόλογο οδηγό της F1».
Η καθιέρωση και η απώλεια της κυριαρχίας της Mercedes
Φέτος, ο Αντονέλι ξεπέρασε κατά πολύ τον χαρακτηρισμό του αξιόλογου οδηγού. Από την αρχή της σεζόν επέβαλε τον ρυθμό του και διατήρησε σταθερό προβάδισμα έναντι του Ράσελ. Είχε, πάντως, στη διάθεσή του το καλύτερο αυτοκίνητο του γκριντ: με αυτό κατέκτησε έξι pole και έξι νίκες στους πρώτους 11 αγώνες, δημιουργώντας διαφορά 50 βαθμών στο πρωτάθλημα.
Η συνέχεια δεν ήταν εξίσου ευνοϊκή για τη Mercedes. Στο δεύτερο μισό της σεζόν, η ομάδα έχασε την κυριαρχία της υπό την πίεση αρχικά της McLaren και στη συνέχεια της Red Bull. Ο Αντονέλι, ωστόσο, εξακολούθησε να διεκδικεί την κορυφή. Στο Γκραν Πρι της Ιταλίας άφησε πίσω του τις δύσκολες στιγμές της Μόντσα με μια εντυπωσιακή νίκη, παρότι η ποινή κινητήρα τον είχε περιορίσει στη 19η θέση της εκκίνησης.
Με εξαιρετικά ακριβή οδήγηση, αλλά και με τη συνδρομή ενός safety car, καταδίωξε τον Ράσελ και τον πρόλαβε στους τελευταίους γύρους. Το αποτέλεσμα ήταν μια νίκη που θα μείνει στην ιστορία.
Οι ενδείξεις υπήρχαν, όχι όμως και η βεβαιότητα
Το μέγεθος της αλλαγής του αιφνιδίασε σχεδόν τους πάντες. «Όλοι εκπλαγήκαμε», παραδέχεται ο Βολφ. «Πίστευα πάντα ότι έπρεπε να αποκτήσει εμπειρία στις πίστες, να συνηθίσει την πίεση της απόδοσης σε τόσο υψηλό επίπεδο υπό το βλέμμα των ΜΜΕ, τη διαρκή δημόσια κριτική, είτε πας καλά είτε όχι, και το ότι όλοι ήθελαν να είναι κοντά του. Δεν υπήρχε ένας μοναδικός καθοριστικός παράγοντας που τον δυσκόλεψε, αλλά φέτος ήξερε ακριβώς τι να περιμένει. Χάρηκα που είδα την αυτοπεποίθησή του, χωρίς κανένα αίσθημα ότι του αξίζουν τα πάντα, να λάμπει».
Από την πλευρά του, ο Μάρκο στέκεται στην «πολύ δυνατή» νοοτροπία του γιου του, υπενθυμίζοντας ότι είχε βρεθεί και παλαιότερα αντιμέτωπος με δύσκολα ξεκινήματα. «Στη Formula 4 και στη Formula Regional ξεκίνησε με όχι καλά αποτελέσματα, αλλά κατάφερε να τα αναστρέψει όλα και στο τέλος, με σκληρή δουλειά, κέρδισε το πρωτάθλημα. Για τη F1 δεν ξέρω ποια είναι η σπίθα στο μυαλό του, αλλά ο Κίμι είχε κάνει το ίδιο και στο παρελθόν».
Ο Φερστάπεν αντιμετωπίζει αυτή την πρόοδο ως μέρος της εξέλιξης ενός οδηγού. «Για μένα δεν υπήρχε ποτέ αμφιβολία ότι την επόμενη χρονιά θα έκανε το άλμα και θα ήταν πολύ πιο σταθερά ανταγωνιστικός. Είναι φυσιολογικό στην εξέλιξη ενός οδηγού. Την πρώτη χρονιά μπορεί να είναι αρκετά δύσκολα, αλλά τώρα κάνει καταπληκτική δουλειά».
«Είμαι νέος, είμαι Ιταλός, τι περιμένατε;»
Ο Κίμι χαρακτηρίζει τον πατέρα του «βράχο» του. Ο Βολφ, αντίστοιχα, μιλά με θερμά λόγια για την «τυπική ιταλική οικογένεια» του οδηγού. «Είναι τρυφεροί, γεμάτοι αγάπη», λέει. «Ο χαρακτήρας του Κίμι είναι γλυκός, έχει ενσυναίσθηση, χάρισμα και την κατάλληλη δόση ευφυΐας για έναν οδηγό αγώνων».
Η διαχείριση των συναισθημάτων του παραμένει, πάντως, αντικείμενο συζήτησης με τη Mercedes. Υπήρξαν στιγμές φέτος που η ένταση ανέβηκε, όπως στο σπριντ του Καναδά, όταν η αναμέτρηση ανάμεσα στους δύο οδηγούς της ομάδας έφτασε στα όρια. Σύμφωνα με τον Σόβλιν, η απάντηση του Αντονέλι είναι απλή: «Είμαι νέος, είμαι Ιταλός, τι περιμένετε;» Πίσω από το χιούμορ της φράσης διακρίνονται επίσης ωριμότητα και αυτογνωσία, στοιχεία που δεν θεωρούνται αυτονόητα σε τόσο νεαρή ηλικία.
«Τα έχει όλα αυτά», λέει ο Βολφ. «Στην πραγματικότητα δεν ταιριάζει στο στερεότυπο του συναισθηματικού Ιταλού. Είναι πολύ ξεκάθαρος για το τι πρέπει να κάνει στο αυτοκίνητο. Δεν βλέπω πολλά συναισθήματα, βλέπω πλήρη εστίαση και συγκέντρωση. Βλέπω: “Εντάξει, αυτό είναι πρόβλημα, ας το αναλύσουμε και ας προχωρήσουμε”. Τον βλέπεις στο debrief μετά τη συνεδρία και δεν μπορείς να καταλάβεις αν ήταν καλή ή κακή. Όλα είναι πολύ ισορροπημένα και σταθερά».
Για το ίδιο ζήτημα, ο Αντονέλι ζήτησε συμβουλές και από τον θρύλο του τένις Ρότζερ Φέντερερ, με τον οποίο συναντήθηκε φέτος το καλοκαίρι στο Γουίμπλεντον. «Μιλήσαμε για τους αγώνες μου», αναφέρει. «Για την εποχή που έπαιζε εκείνος και για τη ζωή γενικότερα. Για την πίεση μου είπε να εστιάζω σε έναν αγώνα τη φορά, σε ό,τι μπορώ να ελέγξω, και να ελέγχω τα συναισθήματα, ειδικά αυτά που μπορούν να με οδηγήσουν σε λάθη».
Οι συμβουλές του Φέντερερ κινούνταν στην ίδια κατεύθυνση με όσα έλεγε διαχρονικά ο Μάρκο στον γιο του. «Στην οικογένειά μας χρησιμοποιούμε αυτή τη φιλοσοφία και στην καθημερινή ζωή», εξηγεί. «Πρέπει να ζούμε κάθε μέρα σαν την καλύτερή μας. Δουλεύεις σκληρά καθημερινά για να φτάσεις στο τέλος του σχεδίου σου».
Από το σχέδιο του 2024 στον πρώτο τίτλο
Τον Φεβρουάριο του 2024, έπειτα από το τηλεφώνημα του Μάρκο, ο Βολφ συναντήθηκε μαζί του στο Μιλάνο. «Ο Τότο είπε: “Φυσικά θα είναι δύσκολο, αλλά πιστεύω ότι μετά από έναν χρόνο εμπειρίας μπορούμε να τα πάμε πολύ καλά με τον Κίμι στη F1”», θυμάται ο Μάρκο. «Το σχέδιο ήταν: το 2025 εμπειρία, το 2026 αρχή των αποτελεσμάτων. Νομίζω ότι ξεπεράσαμε τον στόχο».
Αυτό το πρώτο κεφάλαιο της πορείας του έκλεισε τα ξημερώματα της Δευτέρας στο Μεξικό, όπου ο Κίμι Αντονέλι κατέκτησε τον πρώτο του τίτλο. Έπειτα από τις δυσκολίες και τις αμφιβολίες που είχαν προηγηθεί, η κατάληξη έμοιαζε βγαλμένη από τα όνειρά του.

Ο 20χρονος Ιταλός επισφράγισε το ιστορικό του επίτευγμα, παρότι στον συγκεκριμένο αγώνα περιορίστηκε σε τερματισμό πίσω από τους Φερστάπεν και Χάμιλτον. Οι δύο θρύλοι της Formula 1 έλουσαν με σαμπάνια τον Αντονέλι και στη συνέχεια τον σήκωσαν στους ώμους τους, σε ένα στιγμιότυπο που απέκτησε αμέσως ιστορική αξία.
Έτσι πανηγύρισε ο Κίμι Αντονέλι τον πρώτο του τίτλο στη Formula 1, σε ηλικία μόλις 20 ετών, χωρίς πάντως να συνδυάσει την κατάκτηση με νίκη στον συγκεκριμένο αγώνα.


