Η γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία διαχρονικά προσφέρει στο καταναλωτικό κοινό αυτοκίνητα με οικογενειακό χαρακτήρα, άνεση, καλή οδική συμπεριφορά και λογική τιμή. Σε αυτή τη βάση έχει σχεδιαστεί και η τρίτη γενιά του Citroën C4, την υβριδική έκδοση της οποίας οδήγησα πριν από λίγες ημέρες για τις ανάγκες του συγκεκριμένου άρθρου.
Πρόκειται για ένα όχημα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί SUV, όμως σχεδιαστικά κινείται στην κατηγορία των coupe/crossover, συνδυάζοντας αεροδυναμική εμφάνιση με μεγάλους χώρους. Το γαλλικό μεσαίο μοντέλο, που διανύει ήδη το 22ο έτος της παρουσίας του και αντικατέστησε την Xsara, βρίσκεται στην τρίτη γενιά του. Η συγκεκριμένη γενιά παρουσιάστηκε το 2020, ανανεώθηκε τον Οκτώβριο του 2024 και κυκλοφόρησε στην αγορά τον Ιανουάριο του 2025.
Τα βασικά σημεία της ανανέωσης αφορούν την εξωτερική σχεδίαση, με την υιοθέτηση της νέας σχεδιαστικής ταυτότητας της μάρκας, του νέου οβάλ σήματος της Citroën και πλήρως ανασχεδιασμένων φωτιστικών σωμάτων LED με τριπλή υπογραφή εμπρός και πίσω. Παράλληλα, αναβαθμίστηκε το εσωτερικό, με την προσθήκη νέου ψηφιακού πίνακα οργάνων 7 ιντσών, ανανεωμένου συστήματος πολυμέσων και των εξελιγμένων καθισμάτων Citroën Advanced Comfort.
Σημαντικές αλλαγές υπήρξαν και στα κινητήρια συστήματα, καθώς εδραιώθηκε η παρουσία του υβριδικού συστήματος 48V, με αποτέλεσμα τη μειωμένη κατανάλωση και τις χαμηλότερες εκπομπές ρύπων. Δυστυχώς, στο πίσω μέρος η Citroën διατήρησε το διπλό τζάμι με την ενσωματωμένη αεροτομή, επιλογή που περιορίζει την ορατότητα του οδηγού. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο, καθώς δεν υπάρχει πίσω καθαριστήρας.
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά.

Εν συντομία
Το C4 μεταμορφώθηκε σε ένα αεροδυναμικό crossover, με λεπτά φωτιστικά σώματα, νέα μάσκα και προφυλακτήρα, καινούργιες ζάντες και διπλή απόληξη εξάτμισης. Η πλευρική του σχεδίαση θυμίζει έντονα το C-HR της Toyota, ενώ η αυξημένη απόσταση από το έδαφος και τα πλαστικά προστατευτικά στα πλευρά παραπέμπουν σε SUV.
Με μήκος 4,35 μ. και μεταξόνιο 2,675 μ., το C4 τοποθετείται στην καρδιά της κατηγορίας «C», προσφέροντας τους αντίστοιχους χώρους για επιβάτες και αποσκευές, χωρίς παράλληλα να απαιτεί ιδιαίτερα μεγάλο χώρο για το παρκάρισμα.
Η σχεδίαση του εσωτερικού επικεντρώνεται στην εργονομία και την άνεση. Στο κέντρο του ταμπλό βρίσκεται η ψηλά τοποθετημένη οθόνη αφής των 10 ιντσών, ώστε να αποσπά όσο το δυνατόν λιγότερο την προσοχή του οδηγού από τον δρόμο. Ακριβώς από κάτω υπάρχουν φυσικοί διακόπτες και χειριστήρια για τον κλιματισμό, την ένταση του ήχου κ.λπ.
Χαμηλότερα συναντάμε την ασύρματη βάση φόρτισης τηλεφώνου, μια ιδιαίτερα πρακτική διπλή θήκη για μικροαντικείμενα, μαζί με αρκετούς ακόμη αποθηκευτικούς χώρους, καθώς και τα βασικά χειριστήρια του κιβωτίου και τον επιλογέα προφίλ οδήγησης.
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στο ανανεωμένο C4 είναι ο νέος ψηφιακός πίνακας οργάνων, με τρισδιάστατες ενδείξεις, ο οποίος, ανάλογα με την έκδοση, φτάνει έως τις 7 ίντσες. Οι ενδείξεις διαβάζονται εύκολα, προσαρμόζονται σε κάθε πρόγραμμα οδήγησης και δεν εμφανίζουν όλες τις πληροφορίες ταυτόχρονα, ώστε να μην προκαλείται σύγχυση ως προς το πού πρέπει να επικεντρωθεί ο οδηγός.
Τη θετική εικόνα συμπληρώνει το προαιρετικό head-up display, το οποίο προβάλλει τις βασικές ενδείξεις σε μια διάφανη, αναδυόμενη επιφάνεια μπροστά από τον οδηγό.
Ατραξιόν του εσωτερικού είναι τα καθίσματα Advanced Comfort, με παχύτερη, κατά 15 χλστ., στρώση αφρού και σχεδίαση που προσαρμόζεται γύρω από το σώμα του επιβάτη. Η πλευρική στήριξη παραμένει αμφισβητούμενη, αν και είναι καλύτερη από πριν, στοιχείο που υπογραμμίζει τον ταξιδιάρικο χαρακτήρα του μοντέλου και τον προσανατολισμό του στην άνεση.

Το νέας σχεδίασης τιμόνι, με flat bottom, διαθέτει διακόπτες για τον χειρισμό του cruise control και του ηχοσυστήματος, ενώ στο κέντρο του φιλοξενεί το νέο logo της μάρκας. Στον χώρο των πίσω επιβατών μπορούν να φιλοξενηθούν – δύσκολα – έως και τρεις ενήλικες. Η μοναδική ένσταση αφορά το διαθέσιμο ύψος, το οποίο περιορίζεται λόγω της κουπέ σχεδίασης.
Επαρκής είναι και ο χώρος αποσκευών, με χωρητικότητα από 380 έως 1.250 λίτρα και διπλό πάτωμα. Σε αυτή τη διάταξη θα μπορούσε να υπάρχει μια – έστω – ρεζέρβα ασφαλείας, όμως δεν υπάρχει. Αναβαθμισμένος είναι και ο εξοπλισμός, ο οποίος είναι πλήρης σε ό,τι αφορά την ασφάλεια και τα συστήματα υποβοήθησης οδηγού, περιλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, σύστημα φωνητικών εντολών και τεχνητή νοημοσύνη (ChatGPT).
Οι νέες ταπετσαρίες αποτελούνται σε μεγάλο ποσοστό από ανακυκλωμένο υλικό, όπως και το πλαστικό που καλύπτει τις επιφάνειες του ταμπλό.
Εξηλεκτρισμένο και αποδοτικό
Κάτω από το καπό του υβριδικού και ανανεωμένου C4 βρίσκεται ο επίσης ανανεωμένος εξηλεκτρισμένος 3κύλινδρος turbo βενζινοκινητήρας 1.2 PureTech. Το 40% των τμημάτων του κινητήρα είναι καινούργια, ενώ το σύνολο συνδυάζεται με ήπιο υβριδικό σύστημα 48 Volt.
Ο θερμικός κινητήρας αποδίδει 136 ίππους/5.500 σ.α.λ. και μέγιστη ροπή 230 Nm/1.750 σ.α.λ., λειτουργώντας σε θερμοδυναμικό κύκλο Miller. Σημαντική αλλαγή αποτελεί η χρήση καδένας χρονισμού, αντί για τον παλαιότερο ιμάντα σε λάδι των προηγούμενων PureTech, γεγονός που θεωρείται βελτίωση στον τομέα της αξιοπιστίας.
Τον θερμικό κινητήρα συμπληρώνει ένα ήπιο υβριδικό σύστημα, το οποίο αποτελείται από έναν σύγχρονο ηλεκτροκινητήρα μόνιμου μαγνήτη, ενσωματωμένο στο κιβώτιο ταχυτήτων. Ο ηλεκτροκινητήρας αποδίδει 29 ίππους και μέγιστη ροπή 55 Nm.
Παράλληλα, λειτουργεί ως μίζα και ως γεννήτρια για την μπαταρία ιόντων λιθίου 48 Volt (0,89 kWh), η οποία είναι τοποθετημένη κάτω από το κάθισμα του οδηγού, ενώ υποστηρίζει τον θερμικό κινητήρα κατά την επιτάχυνση του οχήματος. Είναι επίσης σε θέση να κινήσει αυτόνομα το C4 σε ταχύτητες έως και 30 χλμ./ώρα.
Σε ανοιχτό δρόμο, όταν ο οδηγός αφήνει το πόδι από το γκάζι, ο ηλεκτροκινητήρας αναλαμβάνει να ξεκουράσει τον θερμικό κινητήρα, επιτρέποντας στο όχημα να κινείται με coasting για μερικά δευτερόλεπτα.

Η συνδυαστική ισχύς των 145 ίππων του υβριδικού συστήματος κίνησης μεταδίδεται στους εμπρός τροχούς μέσω του αυτόματου κιβωτίου διπλού συμπλέκτη έξι σχέσεων «e-DCS6», το οποίο μπορεί να ελεγχθεί και χειροκίνητα από τα paddles πίσω από το τιμόνι. Το σύνολο κινητήρα-κιβωτίου αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποτελεσματικό και οικονομικό, προσφέροντας επαρκέστατες επιδόσεις στο όχημα των 1.400 κιλών, σε συνδυασμό με χαμηλή κατανάλωση.
Ειδικότερα, το C4 της δοκιμής χρειάζεται μόλις 8΄΄ για την επιτάχυνση από 0 έως 100 χλμ./ώρα και达到 τελική ταχύτητα 210 χλμ./ώρα. Παράλληλα, αποδεικνύεται άκρως οικονομικό, καθώς η μέση κατανάλωση, σε περίπου 1.000 χιλιόμετρα δοκιμής σε κάθε είδους δρόμο, διαμορφώθηκε στα 6,5 λίτρα/100 χλμ. Με δεδομένη τη χωρητικότητα των 50 λίτρων του ρεζερβουάρ, η τιμή αυτή εξασφαλίζει αυτονομία άνω των 750 χιλιομέτρων.
Από τη θέση του οδηγού
Η είσοδος στην υπερυψωμένη και σχεδόν ιδανική θέση οδήγησης δεν είναι ιδιαίτερα εύκολη, λόγω του ψηλού μαρσπιέ. Από εκεί και πέρα, η εργονομία είναι άψογη, όχι όμως και η περιφερειακή ορατότητα. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το διπλό πίσω παρμπρίζ, με την αεροτομή στη μέση και χωρίς καθαριστήρα, καθιστά απαραίτητη την ύπαρξη καλής κάμερας οπισθοπορείας, η οποία ευτυχώς υπάρχει.
Το υβριδικό C4 ξεκινά ηλεκτρικά και από τα πρώτα μέτρα καταδεικνύει τον προσανατολισμό του στην άνεση. Σε αυτό συμβάλλουν τόσο η υποδειγματική λειτουργία του συστήματος αμορτισέρ Progressive Hydraulic Cushions, με υδραυλικά στοπ στη συμπίεση και την επαναφορά, όσο και η ποιότητα κύλισης, που ενισχύεται από το υψηλό προφίλ των ελαστικών, ύψους 60.
Το C4 «ισοπεδώνει» λακκούβες, σαμαράκια και εγκάρσιες ανωμαλίες με τρόπο που θα ζήλευαν πολλά, ακόμη και ακριβότερα, μοντέλα της κατηγορίας, χωρίς θορύβους ή μεταφορά κραδασμών στην καμπίνα. Ωστόσο, επειδή «ουδέν καλό, τσάμπα», η υποδειγματική άνεση επηρεάζει τη γρήγορη οδήγηση, ιδιαίτερα σε δρόμους με στροφές.
Στη σβέλτη οδήγηση, οι μεγάλες κλίσεις του αμαξώματος ενδέχεται να ενοχλήσουν τους επιβάτες και να επηρεάσουν αρνητικά την ψυχολογία του οδηγού, σε συνδυασμό με την περιορισμένη πλευρική στήριξη. Παράλληλα, η υποστροφή θα απαιτήσει συχνά τη διακριτική παρέμβαση του συστήματος ελέγχου πρόσφυσης.

Στον αυτοκινητόδρομο, το C4 Hybrid αναδεικνύει τον καλύτερό του εαυτό, καθώς κινείται ευθύγραμμα, χωρίς αεροδυναμικούς ή άλλους θορύβους, «μαζεύοντας» τα χιλιόμετρα πριν προλάβουν οδηγός και επιβάτες να το αντιληφθούν. Σε αυτό συμβάλλει και η αθόρυβη, προοδευτική λειτουργία του e-DSC, που ταιριάζει με το κινητήριο σύνολο και προσφέρει ομαλές και κατάλληλες αλλαγές, επιτρέποντας στον οδηγό να επικεντρώνεται σε οτιδήποτε άλλο.
Με απόσταση 156 χλστ. από το έδαφος και ελαστικά με προφίλ 60, το C4 Hybrid μπορεί να κινηθεί και σε χωμάτινες διαδρομές, αρκεί ο οδηγός να θυμάται πως δεν υπάρχει ρεζέρβα και ότι το κιτ επισκευής ελαστικού είναι ουσιαστικά «να είχαμε, να λέγαμε…».
Ο συνδυασμός κινητήρα και κιβωτίου επιτρέπει στον οδηγό να κινείται σχεδόν πάντα με επιλεγμένο το προφίλ Eco, ενώ υπάρχουν επίσης τα Normal και Sport. Όταν υπάρχει φορτίο και απαιτούνται δυναμικά προσπεράσματα, οι λύσεις έρχονται είτε μέσω των paddles επιλογής ταχυτήτων είτε με την ενεργοποίηση του προφίλ Sport, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αύξηση της κατανάλωσης.
Η αίσθηση του τιμονιού είναι μέτρια στις χαμηλές ταχύτητες, βελτιώνεται όμως όσο η ταχύτητα αυξάνεται και η υποβοήθηση γίνεται πιο βαριά. Η αίσθηση αναβαθμίζεται επίσης όταν ο οδηγός επιλέξει το προφίλ «Sport» στο «Drive Mode».

Τέλος, τα φρένα είναι αποδοτικά και προσφέρουν γραμμική αίσθηση. Παρά τη διαδικασία ανάκτησης ενέργειας, μόνο στις πολύ χαμηλές ταχύτητες η μετάβαση από την αναγεννητική στη μηχανική πέδηση μπορεί να προκαλέσει κάποια σύγχυση. Εύσημα αξίζουν και τα φωτιστικά σώματα, τα οποία κάνουν τη νύχτα μέρα. Ωστόσο, αν –ο μη γένοιτο– χρειαστεί να αντικατασταθεί κάποιο από αυτά, το κόστος αποδεικνύεται ιδιαίτερα υψηλό.
Δια ταύτα
Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια οικογενειακή λιμουζίνα λογικών διαστάσεων, που προσφέρει άνετους χώρους, υποδειγματική άνεση, πλούσιο εξοπλισμό, σβέλτες επιδόσεις και, ταυτόχρονα, εντυπωσιακή οικονομία κατανάλωσης και αυτονομία. Όλα αυτά συνδυάζονται με πολύ χαμηλή τιμή κτήσης για τα δεδομένα της κατηγορίας.
Οδηγείται και χωράει εύκολα στην πόλη, ταξιδεύει με άνεση στον αυτοκινητόδρομο και υστερεί μόνο όταν ο οδηγός θεωρήσει, λόγω και των επιδόσεων, ότι έχει να κάνει με GTI.

Υπέρ
Εμφάνιση
Χώροι επιβατών και αποσκευών
Πολλές θήκες για μικροαντικείμενα
Αναπαυτικά καθίσματα
Υβριδικό σύστημα
Επιδόσεις
Φρένα και φώτα
Κατανάλωση
Άνεση και ποιότητα κύλισης
Μηδενικά τέλη κυκλοφορίας
Τιμή
Κατά
Μεγάλες κλίσεις του αμαξώματος υπό πίεση
Περιορισμένη πλευρική στήριξη των καθισμάτων
Περιορισμένη ορατότητα προς τα πίσω
Απουσία πίσω καθαριστήρα
Απουσία ρεζέρβας
Τεχνικά χαρακτηριστικά
Κατηγορία: 5θυρο, 5θέσιο, C-SUV
Διαστάσεις: 4.350/1.800/1.515 χλστ.
Μεταξόνιο: 2.670 χλστ.
Απόσταση από το έδαφος: 156 χλστ.
Χώρος αποσκευών: 380/1.250 λτ.
Ρεζερβουάρ καυσίμων: 50 λτ.
Βάρος: 1.403 κιλά
Κινητήρας: Βενζίνης (Euro 6e), 3κύλινδρος, 12βάλβιδος, turbo, 1.199 κ.εκ.
Ισχύς: 136 ίπποι/5.500 σαλ.
Ροπή: 230 Nm/1.750 σαλ.
Ηλεκτροκινητήρας: Ενσωματωμένος στο κιβώτιο, 21 ίπποι/50 Nm ροπή
Συνδυαστική ισχύς: 145 ίπποι
Συνδυαστική ροπή: 230 Nm
Μπαταρία: Ιόντων λιθίου, 0,89 kWh
Μετάδοση: Στους εμπρός τροχούς
Κιβώτιο ταχυτήτων: Αυτόματο κιβώτιο διπλού συμπλέκτη, 6 σχέσεων
Ανάρτηση: Εμπρός γόνατα McPherson / πίσω ημιάκαμπτος άξονας
Τροχοί: 195/60/18
Φρένα: Εμπρός αεριζόμενοι δίσκοι / πίσω δίσκοι
Σύστημα διεύθυνσης: Ηλεκτρομηχανική υποβοήθηση, με κύκλο στρ. 10,9 μ.
Επιτάχυνση 0-100 χλμ./ώρα: 8,0΄΄
Τελική ταχύτητα: 210 χλμ./ώρα
Κατανάλωση (δοκιμής): 6,5 λτ./100 χλμ.
Μέσος όρος εκπομπών CO2 (WLTP): 107,0 γρ./χλμ.
Τέλη κυκλοφορίας: 0 ευρώ
Τιμή: Από 24.800 € (αυτ/το δοκιμής 29.200 €)
