Πόσες ψηφιακές κλήσεις έχουν βεβαιωθεί από τις «έξυπνες» κάμερες;

Published:

Πόσες ψηφιακές κλήσεις έχουν βεβαιωθεί μέσω των «έξυπνων» καμερών;

Mobility

Από τα τέλη Μαρτίου 2026, η ΕΛΑΣ εφαρμόζει πιλοτικά το Σύστημα Ψηφιακής Βεβαίωσης Παραβάσεων Οδικής Κυκλοφορίας, στο πλαίσιο του Ν. 5256/2025. Δύο μήνες μετά την έναρξη λειτουργίας του, το νέο σύστημα αποτυπώνεται πλέον και σε αριθμούς: 2.453 κλήσεις έχουν επιδοθεί σε οδηγούς σε όλη την Ελλάδα, χωρίς να απαιτηθεί η επιτόπια ακινητοποίηση του οχήματός τους από αστυνομικό. Η κάμερα εντόπισε και κατέγραψε την παράβαση και η κλήση στάλθηκε ψηφιακά.

Από το χαρτί στην οθόνη: Τι είναι το Σύστημα Ψηφιακής Βεβαίωσης Παραβάσεων

Η βασική λογική του συστήματος είναι απλή, αλλά η αλλαγή στη διαδικασία είναι ουσιαστική. Αντί ο αστυνομικός να βεβαιώνει χειρόγραφα την παράβαση και να επιδίδει την κλήση επί τόπου, η κάμερα καταγράφει αυτόματα το περιστατικό, το σύστημα ταυτοποιεί τον ιδιοκτήτη του οχήματος μέσω της πινακίδας και η κλήση αποστέλλεται ψηφιακά.

Το πρόγραμμα υλοποιείται από κοινού από τα υπουργεία Προστασίας του Πολίτη, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Υποδομών και Μεταφορών. Στόχος είναι η σταδιακή αντικατάσταση της χειρόγραφης διαδικασίας από ένα ενιαίο, διαφανές και πλήρως τεκμηριωμένο ψηφιακό σύστημα.

Δύο «μάτια» στον δρόμο: Πού βρίσκονται οι κάμερες

Το σύστημα αντλεί δεδομένα από δύο διαφορετικές πηγές καταγραφής, οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά. Η πρώτη είναι η ΟΣΥ ΑΕ, ο οργανισμός αστικών συγκοινωνιών της Αθήνας, μέσω καμερών που έχουν τοποθετηθεί στις λεωφορειολωρίδες. Κάθε φορά που ΙΧ ή μοτοσυκλέτα εισέρχεται στην αποκλειστική λωρίδα των λεωφορείων, είτε για στάθμευση είτε για κίνηση, η παράβαση καταγράφεται αυτόματα.

Πρόκειται για μια παράβαση που επί χρόνια ήταν από τις πιο δύσκολα ελεγχόμενες στο κέντρο της Αθήνας, με περιορισμένες συνέπειες για τους παραβάτες.

Η δεύτερη πηγή είναι το πιλοτικό δίκτυο «έξυπνων» καμερών του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, το οποίο διαθέτει τεχνολογία αυτόματης αναγνώρισης παραβάσεων υψηλής επικινδυνότητας. Στις παραβάσεις που καταγράφονται περιλαμβάνονται η μη χρήση ζώνης ασφαλείας, η μη χρήση προστατευτικού κράνους, η υπέρβαση ορίου ταχύτητας, η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη και η χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση. Είναι οι παραβάσεις που συνδέονται με τα σοβαρότερα τροχαία ατυχήματα.

Τι δείχνουν τα στοιχεία: 2.453 κλήσεις, 420 ενστάσεις, 52 αποδοχές

Τα πρώτα επίσημα στοιχεία της ΕΛΑΣ δίνουν μια εικόνα που παρουσιάζει ενδιαφέρον. Από την έναρξη της πιλοτικής φάσης έως σήμερα, έχουν βεβαιωθεί και επιδοθεί 2.453 ψηφιακές κλήσεις. Παράλληλα, 420 οδηγοί υπέβαλαν ένσταση, ποσοστό 17,12% επί του συνόλου, δηλαδή περίπου ένας στους έξι αμφισβήτησε την κλήση που έλαβε.

Από τις 420 ενστάσεις, μόλις 52 έγιναν αποδεκτές, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 2,11% του συνόλου των κλήσεων. Με άλλα λόγια, 9 στις 10 ενστάσεις απορρίφθηκαν, ενώ το σύστημα επιβεβαιώθηκε ως αξιόπιστο στο 97,89% των περιπτώσεων.

Οι ενστάσεις που έγιναν δεκτές αφορούσαν διαφορετικές κατηγορίες ζητημάτων. Συγκεκριμένα, 17 περιπτώσεις σχετίζονταν με αναντιστοιχία χρόνου, δηλαδή σφάλμα της κάμερας ή συγκεκριμένης καταγραφής, 12 περιπτώσεις με δυσδιάκριτα χαρακτηριστικά και αδυναμία σαφούς αναγνώρισης του οχήματος ή του οδηγού, ενώ 3 περιπτώσεις αφορούσαν οχήματα με νόμιμη εξαίρεση ως προς τη χρήση ζώνης ασφαλείας. Επίσης, αριθμός ενστάσεων έγινε δεκτός για λόγους υγείας που αφορούσαν τον οδηγό.

Η ψηφιακή κλήση δεν εκδίδεται χωρίς ανθρώπινο έλεγχο

Η ΕΛΑΣ υπογραμμίζει ότι η τεχνολογία λειτουργεί υποστηρικτικά και δεν αντικαθιστά την ανθρώπινη κρίση. Κάθε καταγραφή που προέρχεται από τις κάμερες εξετάζεται από αρμόδιο αστυνομικό πριν από την έκδοση της κλήσης.

Ο αστυνομικός παραμένει ο τελικός ελεγκτής της διαδικασίας, ώστε να διασφαλίζεται η νομιμότητα και η ορθή αξιολόγηση κάθε περιστατικού. Αυτό σημαίνει ότι οι ανησυχίες περί «αλγοριθμικής» τιμωρίας χωρίς ανθρώπινη εποπτεία δεν επιβεβαιώνονται, τουλάχιστον στην παρούσα φάση.

Το νέο μοντέλο μεταβάλλει τα δεδομένα για τους οδηγούς. Η προηγούμενη πρακτική είχε ένα εγγενές «τυφλό σημείο», καθώς η επιβολή των κανόνων της τροχαίας ήταν συχνά τυχαία και εξαρτιόταν από το αν υπήρχε αστυνομικός στο σημείο. Ένας οδηγός μπορούσε για χρόνια να κινείται χωρίς ζώνη ή να χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο στον δρόμο χωρίς να εντοπιστεί.

Με το νέο σύστημα, η λογική αυτή αλλάζει: η κάμερα βρίσκεται διαρκώς στο σημείο ελέγχου, λειτουργεί με ενιαίο τρόπο και δεν κάνει εξαιρέσεις. Παράλληλα, απελευθερώνονται πόροι της Τροχαίας, καθώς αντί να δεσμεύεται προσωπικό σε στατικούς ελέγχους, μπορεί να αξιοποιηθεί σε πιο σύνθετες επιχειρησιακές ανάγκες.

Η ίδια προσέγγιση εφαρμόζεται εδώ και χρόνια σε χώρες όπως η Σουηδία, η Ολλανδία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι κάμερες αποτελούν βασικό πυλώνα για την επιβολή της οδικής νομοθεσίας.

Πού κατευθύνεται το σύστημα και τι αναμένεται

Η ΕΛΑΣ επισημαίνει ότι η πιλοτική φάση δεν αφορά μόνο τη βεβαίωση κλήσεων, αλλά και τη συνεχή αξιολόγηση τεχνικών και λειτουργικών δεδομένων. Κάθε αδυναμία που εντοπίζεται, είτε τεχνικού είτε νομικού χαρακτήρα, αξιοποιείται για τη βελτίωση του συστήματος πριν από την ευρύτερη εφαρμογή του.

Με άλλα λόγια, η σημερινή εικόνα αποτελεί την αρχή της διαδικασίας. Εφόσον η πιλοτική φάση κριθεί επιτυχής, και τα ποσοστά αξιοπιστίας δείχνουν ότι κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, αναμένεται να ακολουθήσει επέκταση σε περισσότερες πόλεις, σε περισσότερες κατηγορίες παραβάσεων και με μεγαλύτερο αριθμό καμερών. Ο δρόμος για μια ψηφιακή και αδιάλειπτη επιβολή της οδικής ασφάλειας στην Ελλάδα έχει ήδη ανοίξει.

READ MORE

Find us on X

Related articles

Latest articles