22 Σεπτεμβρίου, 2026 17:44 Τάκης Τρακουσέλλης
Η τιμή των καυσίμων στην αντλία ξεπέρασε ξανά τα 2 ευρώ, χωρίς αυτό να συνεπάγεται περισσότερα χρήματα για τους πρατηριούχους. Εκ πρώτης όψεως, ένα πρατήριο καυσίμων φαίνεται να καταγράφει εντυπωσιακό κύκλο εργασιών. Το γέμισμα ενός αυτοκινήτου μπορεί πλέον να κοστίζει πάνω από 100 ευρώ, ενώ καθημερινά από τις αντλίες ενός πρατηρίου διακινούνται καύσιμα αξίας δεκάδων χιλιάδων ευρώ.
-
Ο υψηλός τζίρος, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με υψηλά κέρδη. Με βάση τα πιο πρόσφατα ολοκληρωμένα στοιχεία του επίσημου Παρατηρητηρίου Τιμών Υγρών Καυσίμων, στις 21 Σεπτεμβρίου η μέση πανελλαδική τιμή της απλής αμόλυβδης 95 οκτανίων ήταν 2,196 ευρώ ανά λίτρο. Για το diesel κίνησης, η τελευταία αντίστοιχη πλήρης καταγραφή έδειχνε μέση τιμή 2,219 ευρώ το λίτρο. Έτσι, ένα γέμισμα 50 λίτρων στοιχίζει σήμερα περίπου 109,80 ευρώ για τη βενζίνη και 110,95 ευρώ για το diesel.
Οι αυξήσεις είναι ιδιαίτερα έντονες. Στις 24 Ιουνίου η μέση τιμή της αμόλυβδης βρισκόταν στα 1,925 ευρώ, με τη σημερινή τιμή να είναι υψηλότερη κατά 14%. Ακόμη πιο μεγάλη είναι η άνοδος στο diesel, που από τα 1,626 ευρώ στις 24 Ιουνίου έφτασε στα 2,219 ευρώ. Πρόκειται για αύξηση περίπου 36,5% σε διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. Από την 1η Σεπτεμβρίου και μόνο, η βενζίνη έχει ανατιμηθεί κατά περίπου 7,2% και το diesel κατά σχεδόν 9,7%.
Για τον πρατηριούχο, πάντως, η άνοδος της λιανικής τιμής δεν μεταφράζεται σε ανάλογη αύξηση του κέρδους. Σημαίνει, αντίθετα, ότι χρειάζεται σημαντικά μεγαλύτερο κεφάλαιο για να προμηθευτεί την ίδια ποσότητα καυσίμου, ενώ η οικονομική έκθεση της επιχείρησης μεγαλώνει με κάθε ανεφοδιασμό των δεξαμενών.
Πάνω από 1 ευρώ ανά λίτρο βενζίνης αντιστοιχεί μόνο σε ΕΦΚ και ΦΠΑ
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται το βασικό στοιχείο για την κατανόηση της πραγματικής λειτουργίας ενός πρατηρίου. Στην αμόλυβδη βενζίνη, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης ανέρχεται σε 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή σε 0,70 ευρώ το λίτρο. Για το diesel κίνησης διαμορφώνεται στα 410 ευρώ ανά 1.000 λίτρα ή 0,41 ευρώ το λίτρο. Την ίδια στιγμή, ο κανονικός συντελεστής ΦΠΑ στην Ελλάδα παραμένει 24%.
Με τη σημερινή μέση τιμή της αμόλυβδης στα 2,196 ευρώ, ο ΦΠΑ αντιστοιχεί σε περίπου 42,5 λεπτά ανά λίτρο. Μαζί με τα 70 λεπτά του ΕΦΚ, οι δύο φόροι φτάνουν συνολικά περίπου το 1,125 ευρώ ανά λίτρο. Επομένως, μόνο ο ΕΦΚ και ο ΦΠΑ αποτελούν περίπου το 51,2% της σημερινής τελικής τιμής της βενζίνης. Στον υπολογισμό αυτό δεν περιλαμβάνονται τυχόν άλλες επιβαρύνσεις που ενσωματώνονται στην αλυσίδα κόστους.
Από τα περίπου 109,80 ευρώ που απαιτούνται για ένα γέμισμα 50 λίτρων αμόλυβδης, περίπου 56,25 ευρώ αφορούν αποκλειστικά ΕΦΚ και ΦΠΑ. Στο diesel, με μέση τιμή 2,219 ευρώ, ο ΦΠΑ που περιλαμβάνεται στην τελική τιμή είναι περίπου 42,9 λεπτά ανά λίτρο. Αν προστεθεί ο ΕΦΚ των 41 λεπτών, οι δύο βασικοί φόροι ανέρχονται σε περίπου 84 λεπτά το λίτρο, δηλαδή περίπου στο 37,8% της τελικής τιμής.
Αυτό συμβαίνει ενώ και μέσα στον Σεπτέμβριο συνεχίζεται η κρατική επιδότηση στο diesel κίνησης, ύψους 10 λεπτών ανά λίτρο μαζί με τον ΦΠΑ. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, το συνολικό δημοσιονομικό κόστος αυτής της παρέμβασης από τον Απρίλιο έχει ανέλθει σε 211 εκατ. ευρώ.
Συνεπώς, οι εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ που μπορεί να εμφανίζει ως τζίρο ένα πρατήριο δεν αποτελούν στο σύνολό τους πραγματικό εμπορικό έσοδο για τον ιδιοκτήτη. Η διάκριση αυτή έχει αποκτήσει και φορολογική διάσταση για τις ατομικές επιχειρήσεις πρατηρίων.
Από το φορολογικό έτος 2026, για τα κέρδη από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα εφαρμόζεται φορολογική κλίμακα που αρχίζει από 9% και φτάνει έως 44%, ανάλογα με το εισόδημα και τις διαφοροποιήσεις που προβλέπονται. Στα νομικά πρόσωπα, ο βασικός συντελεστής φορολόγησης των κερδών είναι 22%.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει το σύστημα ελάχιστου τεκμαρτού καθαρού εισοδήματος των ατομικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με την επίσημη φορολογική ενημέρωση του υπουργείου, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, προσαύξηση 5% στο ποσό κατά το οποίο ο κύκλος εργασιών μιας επιχείρησης ξεπερνά τον μέσο τζίρο του αντίστοιχου ΚΑΔ.
Στο συγκεκριμένο σημείο εστιάζουν οι αντιδράσεις των πρατηριούχων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο τζίρος δεν αποδίδει σωστά την ιδιαιτερότητα της δραστηριότητάς τους. Η ΠΟΠΕΚ τονίζει ότι το μεγαλύτερο τμήμα της τελικής τιμής αφορά την αξία προμήθειας του προϊόντος, τον ΕΦΚ, τον ΦΠΑ και άλλες επιβαρύνσεις, με το πραγματικό εμπορικό περιθώριο ανά λίτρο να είναι σαφώς μικρότερο. Αυτή είναι η θέση του κλάδου, που διεκδικεί αλλαγή στη φορολογική αντιμετώπιση του υψηλού κύκλου εργασιών των πρατηρίων.
Υπάρχει, παράλληλα, ένα ακόμη χρήσιμο μέτρο σύγκρισης. Για το διάστημα από τις 11 Μαρτίου έως τις 30 Ιουνίου 2026 είχε τεθεί προσωρινό ανώτατο περιθώριο στα πρατήρια, στα 12 λεπτά ανά λίτρο πάνω από την τιμή προμήθειας, τόσο για την απλή αμόλυβδη όσο και για το diesel. Η ισχύς του μέτρου ολοκληρώθηκε στο τέλος Ιουνίου.
Ακόμη κι αν τα 12 λεπτά ληφθούν μόνο ως σημείο αναφοράς και όχι ως το πραγματικό περιθώριο που ισχύει σήμερα, αντιπροσωπεύουν μόλις το 5,5% μιας σημερινής λιανικής τιμής 2,196 ευρώ. Από αυτό το ποσό, μάλιστα, πρέπει να καλυφθούν και τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησης.
Πριν προκύψει πραγματικό καθαρό κέρδος, πρέπει να αφαιρεθούν η μισθοδοσία και οι ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, το ρεύμα, το ενοίκιο όταν το ακίνητο δεν είναι ιδιόκτητο, η συντήρηση αντλιών και δεξαμενών, οι πιστοποιήσεις, οι ογκομετρήσεις, η ασφάλιση, η λογιστική και μηχανογραφική υποστήριξη, οι προμήθειες των ηλεκτρονικών συναλλαγών και το κόστος χρηματοδότησης του κεφαλαίου κίνησης.
Η λογική αποτυπώνεται σε ένα απλό παράδειγμα: εμπορική διαφορά 10 λεπτών ανά λίτρο, με μηνιαίες πωλήσεις 100.000 λίτρων, αποφέρει 10.000 ευρώ πριν υπολογιστούν όλα τα παραπάνω λειτουργικά έξοδα, η φορολογία και οι αποσβέσεις. Το ποσό αυτό, επομένως, δεν αποτελεί καθαρό κέρδος 10.000 ευρώ.
Παράλληλα, οι πρατηριούχοι καλούνται να ανταποκριθούν σε νέες τεχνικές και ψηφιακές απαιτήσεις. Η ΑΑΔΕ ζητά την πλήρη προσαρμογή στο νέο σύστημα παρακολούθησης εισροών-εκροών έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2026 για την Αττική και τη Θεσσαλονίκη και έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 για την υπόλοιπη Ελλάδα. Προβλέπεται επιχορήγηση/voucher 3.000 ευρώ που καλύπτει μέρος του κόστους αναβάθμισης, ωστόσο παραμένει ακόμη μία αναγκαία επένδυση σε εξοπλισμό και λογισμικό.
Η κατανάλωση δεν καταρρέει, αλλά η μεγάλη ανάπτυξη έχει υποχωρήσει
Για τα πρατήρια, το θετικό στοιχείο είναι ότι οι Έλληνες συνεχίζουν να καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες βενζίνης και diesel, παρά την ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης και των υβριδικών αυτοκινήτων. Σύμφωνα με τα συνολικά στοιχεία του ΣΕΕΠΕ για το 2025, η εσωτερική αγορά πετρελαιοειδών ενισχύθηκε κατά 2,63%. Η κατανάλωση βενζινών σημείωσε άνοδο 1,55%, δηλαδή περίπου 33.826 τόνων, ενώ στο diesel κίνησης η αύξηση έφτασε το 2,21%, περίπου 63.884 τόνους.
Το 2026, πάντως, η εικόνα έχει αρχίσει να χαρακτηρίζεται περισσότερο από στασιμότητα. Κατά το πρώτο τρίμηνο, η κατανάλωση καυσίμων κίνησης έμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη σε σχέση με το 2025. Στο δεύτερο τρίμηνο μειώθηκε κατά 1%, παρότι ειδικά το diesel κίνησης παρουσίασε αύξηση περίπου 1%.
Μέχρι στιγμής, λοιπόν, δεν προκύπτει μαζική απομάκρυνση των οδηγών από τα πρατήρια. Η αγορά, όμως, έχει περάσει από την ήπια άνοδο του 2025 σε στασιμότητα ή μικρή υποχώρηση των συνολικών όγκων καυσίμων κίνησης το 2026.
Ένας ακόμη παράγοντας αναμένεται να αποκτά όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα τα επόμενα χρόνια: η μεταβολή στη σύνθεση του ελληνικού στόλου. Στις ταξινομήσεις νέων επιβατικών για το διάστημα Ιανουαρίου-Αυγούστου 2026, το μερίδιο των αμιγώς βενζινοκίνητων αυτοκινήτων περιορίστηκε στο 24%, έναντι 32,5% έναν χρόνο νωρίτερα. Τα diesel αντιστοιχούν μόλις στο 2,2% της αγοράς, ενώ τα υβριδικά έχουν φτάσει στο 57,7% και τα αμιγώς ηλεκτρικά στο 6,7%.
Αυτό δεν συνεπάγεται ότι η ζήτηση υγρών καυσίμων θα εξαφανιστεί άμεσα. Ο υφιστάμενος ελληνικός στόλος θα εξακολουθήσει να χρειάζεται βενζίνη και diesel για πολλά χρόνια ακόμη. Η κατεύθυνση της αγοράς, ωστόσο, είναι σαφής: κάθε νέα γενιά αυτοκινήτων είτε χρειάζεται λιγότερα λίτρα είτε, εφόσον πρόκειται για ηλεκτρικά οχήματα, δεν καταναλώνει καθόλου υγρά καύσιμα.
Συμφέρει σήμερα η λειτουργία ενός βενζινάδικου;
Η απάντηση δεν προκύπτει από την τιμή στη μεγάλη πινακίδα της εισόδου. Ένα πρατήριο που βρίσκεται σε σημείο με υψηλή κυκλοφορία, διαθέτει μεγάλο όγκο πωλήσεων, χαμηλό ή μηδενικό ενοίκιο, καλή εμπορική συμφωνία προμήθειας και αποτελεσματικό έλεγχο των λειτουργικών δαπανών μπορεί να εξακολουθεί να είναι αποδοτικό.
Αντίθετα, ένα μικρό πρατήριο με περιορισμένες πωλήσεις, υψηλό ενοίκιο, μεγάλο μισθολογικό κόστος και ανάγκη δανεισμού για τη συνεχή χρηματοδότηση των ακριβότερων αποθεμάτων του βρίσκεται σήμερα σε σαφώς πιο δύσκολη θέση.
Έτσι, το σύγχρονο πρατήριο σταδιακά ξεπερνά τον ρόλο του απλού «βενζινάδικου». Το mini market, ο καφές, το πλύσιμο, τα λιπαντικά, οι υπηρεσίες και, σταδιακά, η φόρτιση ηλεκτρικών αυτοκινήτων αποκτούν αυξανόμενη σημασία. Ακόμη και η HELLENiQ ENERGY επισημαίνει στην οικονομική της έκθεση ότι οι πωλήσεις προϊόντων και υπηρεσιών εκτός καυσίμων συνέβαλαν σημαντικά στην κερδοφορία του δικτύου της.
Το επιχειρηματικό μοντέλο ενός πρατηρίου το 2026 στηρίζεται, επομένως, σε πολλά λίτρα, μικρό περιθώριο και όσο γίνεται περισσότερα έσοδα από δραστηριότητες πέρα από την αντλία. Εδώ βρίσκεται ίσως και το μεγαλύτερο παράδοξο της αγοράς: όταν ο οδηγός βλέπει 2,20 ευρώ στο ταμπλό και εκτιμά ότι κάθε λίτρο αποφέρει τεράστια κέρδη, ο πρατηριούχος διαχειρίζεται έναν από τους υψηλότερους τζίρους στη λιανική. Μεγάλο μέρος αυτών των χρημάτων, όμως, αντιστοιχεί σε φόρους και στην αξία του προϊόντος, ενώ το πραγματικό κέρδος κρίνεται τελικά στα λίγα λεπτά.
Ακολουθήστε το carsnews.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ


