Η νέα 500άρα από το Mandello del Lario διαθέτει παράλληλο δικύλινδρο κινητήρα, έχει βάρος 180 κιλά και αγγίζει το όριο της κατηγορίας A2. Η παρουσίασή της θα γίνει στην EICMA, ενώ η άφιξή της στους αντιπροσώπους αναμένεται στις αρχές του 2027.
«Αν θέλουμε να μείνουν όλα όπως είναι, πρέπει όλα να αλλάξουν». Αυτά ήταν τα λόγια του Τανκρέντι προς τον θείο του, Ντον Φαμπρίτσιο, πρίγκηπα της Σαλίνα, στο βιβλίο «Γατόπαρδος». Δεν γνωρίζω αν το έχουν διαβάσει στο Mandello del Lario, φαίνεται όμως πως ακολουθούν τη λογική του.
Το έργο του Λαμπεντούζα δεν αφηγείται μια ρομαντική ιστορία. Παρακολουθεί πενήντα χρόνια από τη ζωή μιας αριστοκρατικής οικογένειας, από το 1860 έως το 1910, η οποία βλέπει τον κόσμο γύρω της να μεταμορφώνεται, ενώ η ίδια παραμένει στο περιθώριο, απλώς παρατηρώντας τις εξελίξεις. Αν η Moto Guzzi είχε πρόσωπο, θα μπορούσε να είναι αυτό.
Η παλαιότερη ευρωπαϊκή κατασκευάστρια μοτοσυκλετών, με αδιάλειπτη παραγωγή από το 1921, έδινε ανέκαθεν την αίσθηση ότι βρίσκεται πάνω από τον ανταγωνισμό των πωλήσεων. Από το 1976, όταν έπαψε να παράγεται ο Nuovo Falcone, ο τελευταίος οριζόντιος μονοκύλινδρος, όλες οι μοτοσυκλέτες παραγωγής της στην κατηγορία των 400+ διέθεταν εγκάρσιο V2. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 αποσύρθηκαν από την γκάμα της και οι υπόλοιπες διατάξεις μικρού κυβισμού. Έτσι, ο V2, με τον στρόφαλο τοποθετημένο κατά τον διαμήκη άξονα, απέμεινε ο μοναδικός κινητήρας της.

Τώρα παρουσιάζει το The Trip, μια μοτοσυκλέτα «500» με δικύλινδρο κινητήρα σε σειρά. Για τους φίλους της εταιρείας, η επιλογή αυτή μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και βλασφημία. Για πρώτη φορά έπειτα από μισό αιώνα, απουσιάζουν οι χαρακτηριστικές κεφαλές δεξιά και αριστερά, οι «φωλιές» του περίφημου αετού που κοσμούσε τα ρεζερβουάρ. Οι αλλαγές, όμως, δεν σταματούν εκεί: η τελική μετάδοση δεν γίνεται με άξονα, αλλά με αλυσίδα.
Αφήνοντας τους Guzzisti να συνέλθουν από αυτές τις ανατροπές, ας περάσουμε στα τεχνικά στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί. Στα χαρτιά, το The Trip είναι μια απλή μοτοσυκλέτα. Το βάρος της, με όλα τα υγρά, φτάνει τα 180 κιλά, η σέλα βρίσκεται στα 790 χλστ. από το έδαφος και το μεταλλικό ρεζερβουάρ έχει χωρητικότητα 15 λίτρων.
Σχεδιαστικά, δεν δείχνει να επιδιώκει μια ταυτότητα που δεν της ανήκει, ούτε επιχειρεί να παρουσιαστεί ως ρετρό ή κάτι διαφορετικό. Πρόκειται για μια απλή roadster μοτοσυκλέτα με καθαρές γραμμές.

Παράλληλα, δεν απουσιάζουν τα σύγχρονα τεχνολογικά χαρακτηριστικά. Διαθέτει στρογγυλή οθόνη TFT διαμέτρου 3,6 ιντσών με δυνατότητα σύνδεσης με το κινητό, full LED φωτισμό και φωτιζόμενους διακόπτες στο τιμόνι. Το ηλεκτρονικό γκάζι ride-by-wire συνοδεύεται από τρία riding modes, Road, Sport και Rain, ενώ η πλοήγηση και το quick shifter περιλαμβάνονται στον προαιρετικό εξοπλισμό. Οι διαθέσιμες αποχρώσεις ονομάζονται Black Metropolis, Green Grove και Red Beat. Θα προσφέρεται επίσης η ειδική έκδοση «The Opening», για όσους επιλέξουν να ακολουθήσουν από την αρχή αυτό το «άνοιγμα» της Guzzi.
Σε ό,τι αφορά τον κινητήρα, η Moto Guzzi κάνει λόγο για έναν σύγχρονο παράλληλο δικύλινδρο, με απόδοση σχεδόν 48 ίππων και συμβατότητα με την άδεια A2. Καθώς το όριο της A2 βρίσκεται στα 35 kW, δηλαδή στους 47,6 ίππους, η μοτοσυκλέτα τοποθετείται ακριβώς στο ανώτατο όριο της κατηγορίας. Ο κυβισμός δεν έχει ανακοινωθεί, ούτε έχει διευκρινιστεί η προέλευση του κινητήρα. Ωστόσο, τα ρεπορτάζ των τελευταίων μηνών και οι φωτογραφίες των πρωτοτύπων παραπέμπουν ξεκάθαρα στο «457» μοτέρ των Aprilia RS 457 και Tuono 457. Προς την ίδια εκτίμηση οδηγεί και η λογική.
Σε αυτό το σημείο, οι Guzzisti μάλλον θα έχουν ξεπεράσει το αρχικό σοκ και θα έχουν μετακινηθεί από τον θυμό στη θλίψη. Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, να κάνουμε και το επόμενο βήμα, προς την αποδοχή. Προσωπικά, στον βαθμό που έχει σημασία η άποψή μου, θεωρώ την κίνηση ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και αναγκαία. Όχι τόσο για την ίδια την Guzzi, η οποία, από τότε που εντάχθηκε στον όμιλο Piaggio, έχει εξυγιανθεί πλήρως και ακολουθεί αρκετά καλή πορεία, όσο για τον ίδιο τον όμιλο. Εκείνος χρειαζόταν μια εταιρεία που θα αναλάμβανε τον ρόλο του φορέα για μικρομεσαία μοντέλα με ταυτότητα και χαρακτήρα, χωρίς τον sport προσανατολισμό της Aprilia.
Το κατά πόσο η Guzzi είναι πρόσφορη για ένα τέτοιο εγχείρημα θα φανεί σύντομα, τόσο από την υποδοχή του The Trip όσο και από το αν θα ακολουθήσουν διαφορετικές εκδόσεις. Πάντως, ένας δικύλινδρος σε σειρά σε Guzzi δεν είναι τόσο «αιρετική» επιλογή όσο μοιάζει με την πρώτη ματιά. Καμία άλλη εταιρεία δεν έχει δοκιμάσει στην ιστορία της περισσότερες διατάξεις κινητήρων. Μπορεί τα τελευταία 50 χρόνια να χρησιμοποιούσε αποκλειστικά V2 στον διαμήκη άξονα για τις «μεγάλες» μοτοσυκλέτες της, όμως έχουν καταγραφεί και άλλα τόσα χρόνια έντονου πειραματισμού.
Αντί για «αιρετικό», λοιπόν, ας χαρακτηρίσουμε το νέο μοντέλο της Guzzi «ιστορικά συνεπές», ακόμη κι αν γνωρίζουμε ότι προκύπτει από μια εμπορική στρατηγική. Το The Trip θα παρουσιαστεί επίσημα στην EICMA, στο Μιλάνο, από τις 5 έως τις 8 Νοεμβρίου, και θα φτάσει στους επίσημους αντιπροσώπους στις αρχές του 2027. Η τιμή του δεν έχει ανακοινωθεί ακόμη.
Να αλλάξουν όλα, ώστε όλα να μείνουν όπως είναι. Στον όμιλο Piaggio ελπίζουν πως ο Τανκρέντι είχε δίκιο.


