Ο Alan Jones ήταν ο αγαπημένος οδηγός των ιδρυτών της Williams, Frank Williams και Patrick Head. Πεισματάρης, γεροδεμένος και ανυποχώρητος, ο Αυστραλός είχε μια έντονη, επιβλητική προσωπικότητα. Όπως πολλοί συμπατριώτες του που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους για να διεκδικήσουν μια θέση στον μηχανοκίνητο αθλητισμό, είχε σκληραγωγηθεί μέσα από τις δυσκολίες.
Αυτή η σκληρότητα αποτυπωνόταν και στην οδήγησή του, που ήταν ιδιαίτερα επιθετική και αδίστακτη. Αν κάποιος τον προσπερνούσε, το αντιμετώπιζε ως προσωπική υπόθεση, ενώ έβλεπε τους αντιπάλους του απλώς ως εμπόδια που έπρεπε να ξεπεράσει. Δεν δίσταζε να εκφράζει ανοιχτά τη γνώμη του και διέθετε σιδερένια θέληση. Η επιθετικότητά του είχε τις ρίζες της στη δύσκολη διαδρομή που χρειάστηκε να ακολουθήσει για να φτάσει στην κορυφή.
Όταν μπήκε στη Formula 1, η εκτίμηση που επικρατούσε για εκείνον δεν ξεπερνούσε αυτήν ενός μέτριου οδηγού. Η εικόνα άλλαξε με τη συνεργασία του με τη Williams, η οποία τότε έκανε ακόμη τα πρώτα της βήματα, στη δεύτερη προσπάθεια του Frank στην F1, χωρίς να διαθέτει ιδιαίτερη ανταγωνιστικότητα. Ωστόσο, το εμπορικό δαιμόνιο του Williams, οι μηχανολογικές γνώσεις του Patrick Head και το πείσμα του Jones αποδείχθηκαν αρκετά για να τους οδηγήσουν στην παγκόσμια κορυφή, απέναντι στα καθιερωμένα μεγαθήρια του θεσμού.
Το 1980, ο Jones έφερε στη Williams το πρώτο της Παγκόσμιο Πρωτάθλημα και έγινε μόλις ο δεύτερος Αυστραλός οδηγός που κατέκτησε τον τίτλο στην F1. Μέχρι σήμερα, παραμένει και ο τελευταίος Αυστραλός που το έχει πετύχει.
Ο Alan Stanley Jones γεννήθηκε στη Μελβούρνη στις 2 Νοεμβρίου 1946 και μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου οι αγώνες αυτοκινήτου κατείχαν κεντρική θέση. Ο πατέρας του, Stan Jones, συγκαταλεγόταν στους κορυφαίους Αυστραλούς οδηγούς αγώνων της εποχής του και παράλληλα ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας στον χώρο του αυτοκινήτου. Το 1954, στη Νέα Ζηλανδία, έγινε ο πρώτος Αυστραλός που κέρδισε Grand Prix εκτός της πατρίδας του, σε αγώνα που δεν προσμετρούσε στο πρωτάθλημα. Είχε επίσης επικρατήσει στο GP Αυστραλίας του 1959.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, οι BRM και Ferrari τού είχαν προτείνει να πραγματοποιήσει δοκιμές στην Ευρώπη. Εκείνος, όμως, επέλεξε να μείνει στην Αυστραλία, προκειμένου να φροντίσει την επιχείρησή του, μια αντιπροσωπεία της Holden, και την οικογένειά του.
Οι επιτυχίες του πατέρα του αποτέλεσαν έμπνευση για τον Alan, ο οποίος, με τη δική του ενθάρρυνση, άρχισε να αγωνίζεται από μικρός. Στα 15 του είχε ήδη κερδίσει τίτλο στα καρτ και στη συνέχεια έδειξε τις ικανότητές του οδηγώντας ένα Mini και ένα μονοθέσιο Cooper που ανήκε στον πατέρα του. Η πορεία του, ωστόσο, ανακόπηκε από τις οικονομικές δυσκολίες: η κρίση που έπληξε την Αυστραλία οδήγησε τον Stan Jones στη χρεοκοπία, καθυστερώντας την εξέλιξη της αγωνιστικής καριέρας του γιου του.
Το 1967, ο Alan συγκέντρωσε τα χρήματα που χρειαζόταν για να ταξιδέψει στην Ευρώπη. Εκεί, όμως, διαπίστωσε ότι οι οικονομικές του δυνατότητες δεν επαρκούσαν ούτε για συμμετοχή στη Formula Ford και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Το 1970 βρέθηκε ξανά στο Λονδίνο, αυτή τη φορά με μόλις 50 λίρες στην τσέπη.
Για να εξασφαλίσει τα αναγκαία χρήματα, έστησε μαζί με τον συμπατριώτη του Brian McGuire μια μικρή επιχείρηση, που πωλούσε μεταχειρισμένα μικρά φορτηγά σε ταξιδιώτες από την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Όταν εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο και η σύντροφός του, Bev, η οποία αργότερα έγινε σύζυγός του, νοίκιασαν ένα σπίτι και εκμίσθωναν δωμάτια σε επισκέπτες.

Τα λιγοστά κέρδη από αυτές τις δραστηριότητες κάλυπταν τις αγωνιστικές του προσπάθειες. Ο πατέρας του, που είχε πλέον χωρίσει, ταξίδεψε στην Αγγλία για να τον στηρίξει, σε μια περίοδο ιδιαίτερα αργής προόδου. Με ένα παλιό και ταλαιπωρημένο μονοθέσιο Formula Ford, ο Jones δεν κατόρθωσε να διακριθεί. Τελικά αγόρασε μια Lotus 41 της Formula 3, με σχέδιο να τη μετατρέψει στις προδιαγραφές της Formula 2 και να τη μεταφέρει στην Αυστραλία για πώληση, ώστε να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση μιας σεζόν στη Formula 3. Το σχέδιο, όμως, ανατράπηκε όταν το μονοθέσιο καταστράφηκε ολοσχερώς σε ατύχημα κατά τις δοκιμές στο Brands Hatch, με τον ίδιο να υφίσταται κάταγμα στο πόδι.
Το 1971, ο Jones αγωνίστηκε στη Formula 3 με μια Brabham BT28, τροποποιημένη στις προδιαγραφές της BT35. Η σχετικά επιτυχημένη σεζόν του άνοιξε τον δρόμο για μια σειρά δοκιμών με τη March στο Silverstone. Παρότι οι δοκιμές ήταν επιτυχημένες, η March δεν του έδωσε θέση και το 1972 αγωνίστηκε στη Formula 3 με την GRD. Οι επιδόσεις του εκείνη τη χρονιά ήταν αρκετά καλές ώστε να διατηρήσει τη θέση του στην GRD και την επόμενη σεζόν. Με νέο χορηγό, έφτασε κοντά στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος του 1973, το οποίο έχασε αποκλειστικά εξαιτίας βλάβης στον κινητήρα στον τελευταίο γύρο στο Brands Hatch.

Η επιτυχία του, ωστόσο, επισκιάστηκε από μια προσωπική τραγωδία. Λίγο πριν από τον αγώνα του Silverstone, ο πατέρας του πέθανε από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία μόλις 51 ετών. Όταν το φέρετρό του μεταφέρθηκε πίσω στην Αυστραλία, μέσα του βρισκόταν το στεφάνι δάφνης που ο συντετριμμένος γιος του είχε τοποθετήσει πάνω του μετά τη νίκη του.
Το 1974, ο Jones άρχισε τη σεζόν στη Formula Atlantic, θεωρώντας όμως την προσπάθεια υπερβολικά ερασιτεχνική. Μια τυχαία συνάντηση με τον Harry Stiller τού εξασφάλισε στη συνέχεια τη θέση του οδηγού σε μία March του Stiller. Στο τέλος της σεζόν, έκανε το ντεμπούτο του στη Formula 5000 για λογαριασμό του Stiller, στον τελικό γύρο του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος στο Brands Hatch, οδηγώντας μία Chevron B24/28 του John MacDonald.
Για το 1975 είχε προγραμματιστεί η συμμετοχή στη Formula 5000, όμως τα αρχικά σχέδια του Stiller δεν προχώρησαν. Ακολούθησε μια περίοδος καθυστέρησης, κατά την οποία ο Jones παρέμεινε ουσιαστικά άνεργος. Τελικά, ο Stiller κανόνισε την αγορά ενός μονοθεσίου F1, μιας Hesketh 308, και υπέγραψε συμβόλαιο με τον Jones για να την οδηγήσει.

Ο Jones έκανε το ντεμπούτο του στην F1 στο τραγικό GP Ισπανίας του 1975, στο Montjuic, όπου το ατύχημα του Rolf Stommelen στοίχισε τη ζωή σε 5 ανθρώπους. Ύστερα από μόλις τέσσερις αγώνες στη Formula 1, η ομάδα αποσύρθηκε από τους αγώνες και ο Stiller εγκαταστάθηκε στο εξωτερικό. Ο Graham Hill, ωστόσο, 2 φορές Παγκόσμιος Πρωταθλητής (1962, 1968) και πατέρας του Damon Hill, Πρωταθλητή F1 το 1996, κάλεσε τον Jones στην ομάδα του για να αντικαταστήσει τον τραυματισμένο Stommelen.
Στους τέσσερις αγώνες που έτρεξε με την Embassy Hill, το καλύτερο αποτέλεσμά του ήταν η 5η θέση στο Νürburgring. Η συγκεκριμένη εμφάνιση έπεισε τον John Surtees, πρώην Παγκόσμιο Πρωταθλητή τόσο της F1 όσο και των μοτοσυκλετών, να τον εντάξει στη δική του ομάδα για το 1976. Η συνεργασία, όμως, αποδείχθηκε προβληματική, καθώς οι σχέσεις των δύο ανδρών δεν ήταν καλές.
Το μονοθέσιο της Surtees, από την πλευρά του, ξεχώριζε περισσότερο για τον ιδιαίτερο χορηγό του, την εταιρεία προφυλακτικών Durex, παρά για την ανταγωνιστικότητά του. Τα προφυλακτικά αποτελούσαν ακόμη ταμπού εκείνη την εποχή και η χορηγία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη Μ. Βρετανία, με το BBC να αρνείται να μεταδώσει τους αγώνες της F1 εκείνη τη χρονιά. Παρά τις δυσκολίες, ο Jones σημείωσε ορισμένα καλά αποτελέσματα, με καλύτερο την 4η θέση στο Ιαπωνικό Grand Prix στο Fuji, στον τελευταίο αγώνα της σεζόν.

Το 1977 ο Jones αρνήθηκε να συνεχίσει στη Surtees, προτιμώντας την αποχή από τους αγώνες από την παραμονή του στην ομάδα. Εκείνη την περίοδο αγωνιζόταν στις ΗΠΑ, όταν μια τραγωδία άνοιξε τον δρόμο για την επιστροφή του. Ο Tom Pryce σκοτώθηκε σε ένα φρικιαστικό δυστύχημα στο GP Νότιας Αφρικής, ενώ οδηγούσε για τη Shadow, η οποία επέλεξε τον Jones για να τον αντικαταστήσει.
Ο Αυστραλός αξιοποίησε την ευκαιρία. Στο Αυστριακό Grand Prix, στο επιβλητικό Österreichring, οι εναλλαγές βροχής και στεγνής ασφάλτου διαμόρφωσαν έναν απαιτητικό αγώνα. Με εξαιρετική εμφάνιση, ο Jones έφτασε απρόσμενα στην πρώτη νίκη της καριέρας του, η οποία έμελλε να παραμείνει και η μοναδική της Shadow στην F1. Η επιτυχία αυτή του άνοιξε προοπτικές για τη συνέχεια, ενώ ολοκλήρωσε τη σεζόν στην 7η θέση της βαθμολογίας.
Για το 1978 υπήρξε πρόταση από τη Ferrari, χωρίς όμως να προκύψει συμφωνία, καθώς η Scuderia κατέληξε στον Gilles Villeneuve. Ο Jones επισκέφθηκε στη συνέχεια τις εγκαταστάσεις της Williams Grand Prix Engineering. Η εικόνα της ομάδας του Frank Williams μέχρι τότε δεν ήταν ενθαρρυντική: η πρόοδος παρέμενε περιορισμένη, οι οικονομικές δυσκολίες επέμεναν και οι διαδοχικές αλλαγές οδηγών δεν είχαν εξασφαλίσει την αναγκαία σταθερότητα.

Η φιλοδοξία του Frank Williams και το προσεγμένο μονοθέσιο FW06, σχεδιασμένο από τον Patrick Head, εντυπωσίασαν τον Αυστραλό. Οι επικεφαλής της ομάδας, από την πλευρά τους, διέκριναν στον Jones την ταχύτητα, την αποφασιστικότητα και τον χαρακτήρα που απαιτούνταν για να οδηγήσει την ομάδα στην επιτυχία. Η συνεργασία τους, ωστόσο, χρειάστηκε χρόνο για να αποδώσει καρπούς, με τη 2η θέση στο GP ΗΠΑ να αποτελεί το καλύτερο αποτέλεσμά τους το 1978.

Στο δεύτερο μισό της σεζόν του 1979, ωστόσο, καθώς τα μονοθέσια ground effect κέρδιζαν έδαφος, η Williams βρέθηκε σε πρωταγωνιστικό ρόλο με την FW07. Αν και η πρώτη νίκη της ομάδας ήρθε στο Silverstone από τον έμπειρο Clay Regazzoni, ο Jones απάντησε με τέσσερις νίκες σε πέντε αγώνες. Παρά το ισχυρό αυτό σερί, ολοκλήρωσε το Πρωτάθλημα στην 3η θέση της βαθμολογίας, θέτοντας πάντως τις βάσεις για την κορυφαία σεζόν της καριέρας του.

Το 1980, ο συνδυασμός της Williams FW07B με τον Αυστραλό άφησε ελάχιστα περιθώρια στον ανταγωνισμό. Ο Jones κέρδισε στα Grand Prix Αργεντινής, Γαλλίας, Μ. Βρετανίας, Καναδά και ΗΠΑ, εξασφαλίζοντας με άνεση τον τίτλο των οδηγών. Η σταθερότητά του ήταν ένα από τα βασικά στοιχεία που δυσκόλεψαν τους αντιπάλους του: μέσα στη χρονιά ανέβηκε 10 φορές στο βάθρο, εκμεταλλευόμενος με συνέπεια τις δυνατότητες της FW07. Ολοκλήρωσε τη σεζόν με διαφορά 13 βαθμών από τον Nelson Piquet.

Είχε κερδίσει και το GP Ισπανίας, το οποίο όμως αφαιρέθηκε από το Πρωτάθλημα, καθώς και τον μη πρωταθληματικό αγώνα στην πατρίδα του. Ήταν ο πρώτος οδηγός που έφερε τον τίτλο στη Williams και ο δεύτερος Αυστραλός παγκόσμιος πρωταθλητής μετά τον Jack Brabham.
Ο Jones ενσάρκωνε για τον Frank Williams το πρότυπο οδηγού που επιθυμούσε στην ομάδα του. Οι απαιτήσεις του Williams αποτυπώνονταν στη δήλωσή του: «Ο AJ ήταν ένας πραγματικός άνδρας και ήταν πολύ ευχάριστος στη συναναστροφή. Δεν χρειαζόταν ποτέ ψυχολογική υποστήριξη, επειδή ήταν ένας πολύ αποφασιστικός και δυναμικός χαρακτήρας. Δεν χρειαζόταν κανέναν να τον προσέχει ή να τον παίρνει από το χέρι, και έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα. Δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να ρωτάω έναν οδηγό αν είναι ευχαριστημένος ή αν χρειάζεται να του αλλάξω τα εσώρουχα».

Ο Jones φορούσε συνήθως κόκκινα εσώρουχα για γούρι, αλλά οι επιτυχίες του δεν ήταν ζήτημα τύχης. Σκληρός και μαχητικός στο τιμόνι, διεκδικούσε τη νίκη με επιθετικότητα και αποφασιστικότητα. Δεν επιχειρούσε να εξωραΐσει την προσωπικότητά του: περιγράφοντας τον εαυτό του ως παιδί, μιλούσε για «ένα ενοχλητικό μικρό κάθαρμα, ένα μικρό ψώνιο».
Η ωμή και ευθεία συμπεριφορά του παρέμεινε και στην ενήλικη ζωή του, με ελάχιστο ενδιαφέρον για την πολιτική ορθότητα. Εξέφραζε ανοιχτά τη δυσπιστία του απέναντι στους ξένους και χρησιμοποιούσε τον υποτιμητικό χαρακτηρισμό «βατράχους» για τους Γάλλους. Παράλληλα, αντιτασσόταν έντονα στο γυναικείο κίνημα για την ισότητα, παραδεχόμενος ότι εύκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «φαλλοκρατικό γουρούνι».
Η σκληρότητα του χαρακτήρα του, η έντονη ανταγωνιστικότητα και η αφιλτράριστη έκφρασή του τον ξεχώριζαν στον χώρο της Formula 1, χωρίς αυτό να αναιρεί τις προσβλητικές πλευρές της συμπεριφοράς του. Δεν επιδίωκε την αποδοχή των άλλων· προτιμούσε να εκφράζεται χωρίς περιστροφές ή φίλτρα.

Ο Patrick Head θαύμαζε τον Αυστραλό επειδή ήταν «τόσο σκληρός και ανταγωνιστικός, σαν άγριο θηρίο, μέσα σε ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο». Αυτή η σκληρότητα αποτυπώθηκε στο GP Ιταλίας το 1981, όταν τερμάτισε 2ος παρά το σπασμένο χέρι του. Ο τραυματισμός είχε προέλθει από καβγά με τέσσερις μεγαλόσωμους άνδρες στο Λονδίνο. Ο Alain Prost, που έκανε το ντεμπούτο του στη Formula 1 τη χρονιά κατά την οποία ο Jones κατέκτησε το Πρωτάθλημα, τον είχε περιγράψει ως «τον πιο φλογερό, δυνατό -ακόμη και βίαιο- οδηγό».
Ωστόσο, η πρώτη του σεζόν ως Παγκόσμιος Πρωταθλητής, το 1981, δεν είχε την εξέλιξη που επιθυμούσε. Παρότι άρχισε με νίκη στο Long Beach, ήδη στον δεύτερο αγώνα, στο Ρίο της Βραζιλίας, εκδηλώθηκε η σύγκρουση στο εσωτερικό της Williams. Ο ομόσταβλός του, Carlos Reutemann, αγνόησε τις εντολές της ομάδας να του παραχωρήσει τη νίκη, πυροδοτώντας έντονη αντιπαλότητα ανάμεσά τους. Η εσωτερική αυτή διαμάχη ενδέχεται να στέρησε και από τους δύο την ευκαιρία να κατακτήσουν το Πρωτάθλημα.

Τα επανειλημμένα προβλήματα αξιοπιστίας υπονόμευσαν επίσης τις ελπίδες του Jones να επαναλάβει το κατόρθωμα του 1980. Στο φινάλε της σεζόν του 1981, στο Λας Βέγκας, ο Reutemann διεκδικούσε τον τίτλο, όμως ο Jones έδωσε σκληρή μάχη για τη δεύτερη νίκη του στη χρονιά, αρνούμενος να βοηθήσει τον Αργεντινό. Ο τίτλος κατέληξε έτσι στον Nelson Piquet της Brabham, ενώ ο Jones ολοκλήρωσε το Πρωτάθλημα στην 3η θέση.

Μετά τη συγκεκριμένη σεζόν, ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από τη Formula 1 για να επιστρέψει στην Αυστραλία, την οποία χαρακτήριζε «την καλύτερη χώρα στον κόσμο», με στόχο να ασχοληθεί με τη γεωργία. Η οδήγηση ενός τρακτέρ, ωστόσο, δεν μπορούσε να καλύψει το κενό της αδρεναλίνης ενός μονοθεσίου Formula 1 και η πλήξη δεν άργησε να εμφανιστεί. Ούτε το ατύχημα με άλογο, στο οποίο έσπασε τον μηρό του, τον απέτρεψε από το να δεχθεί την πρόταση της Arrows για μια έκτακτη συμμετοχή στο Grand Prix των Δυτικών Πολιτειών Αμερικής το 1983, στο Long Beach. Η φυσική του κατάσταση, όμως, ήταν ανεπαρκής. Όπως παραδεχόταν ο ίδιος, την είχε παραμελήσει, απολαμβάνοντας πολλά μπάρμπεκιου και μπίρες. Η εμφάνισή του, συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανταγωνιστική.
Η πιο ουσιαστική απόπειρα επιστροφής έγινε το 1985, όταν αποδέχθηκε μια ιδιαίτερα ελκυστική οικονομική πρόταση για να ενταχθεί στη νέα αμερικανική ομάδα της Beatrice στη Formula 1, γνωστή ως Team Haas. Το πλαίσιο προερχόταν από τη Lola, ενώ η Ford προσέφερε εργοστασιακή οικονομική υποστήριξη και τους turbo κινητήρες της. Η προσπάθεια, ωστόσο, αντιμετώπισε δυσκολίες από την αρχή. Η ομάδα δεν κατάφερε να εξελιχθεί και αποχώρησε από το Πρωτάθλημα στο τέλος του 1986, κλείνοντας οριστικά και την πορεία του Jones στη Formula 1.

Ο Jones συνέχισε να αγωνίζεται κυρίως σε διοργανώσεις αυτοκινήτων τουρισμού και αντοχής στην Αυστραλία. Το 1982 κατέκτησε το Πρωτάθλημα Αυστραλίας GT με Porsche 935, ενώ το 1984 περιορίστηκε στην 6η θέση στις 24 Ώρες του Le Mans, μοιραζόμενος μια Porsche 956B με τους Vern Schuppan και Jean-Pierre Jarier. Το 1985 συμμετείχε στο Αυστραλιανό Πρωτάθλημα Αυτοκινήτων Τουρισμού με Alfa Romeo GTV6, όμως διέκοψε την προσπάθειά του για να επιστρέψει στη Formula 1. Την ίδια χρονιά έκανε και μία εμφάνιση στο πρωτάθλημα CART, το σημερινό IndyCar, αντικαθιστώντας τον τραυματία Mario Andretti στο Road America, όπου τερμάτισε στην 3η θέση.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 επέστρεψε με αξιώσεις στους αγώνες τουρισμού. Το 1987 σημείωσε νίκη σε αγώνα του Ιαπωνικού Πρωταθλήματος και το 1988 εξασφάλισε θέση στο βάθρο των 1.000 Χλμ. του Bathurst. Το 1993 τερμάτισε στη 2η θέση της βαθμολογίας του Πρωταθλήματος Αυστραλίας Αυτοκινήτων Τουρισμού με την ομάδα του Glenn Seton, χωρίς να κατακτήσει τον τίτλο. Το 1996 ίδρυσε τη δική του ομάδα, την Pack Leader Racing, η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Stone Brothers Racing. Από το 1999 περιόρισε τις συμμετοχές του στους αγώνες αντοχής. Η αγωνιστική του διαδρομή έκλεισε στα 1.000 Χλμ. του Bathurst το 2002, με τερματισμό στην 7η θέση.
Πέρα από την παρουσία του στις πίστες, το 2005 ο Jones ανέλαβε επικεφαλής της αυστραλιανής προσπάθειας στο A1 Grand Prix, το πρωτάθλημα μονοθεσίων με εθνικές ομάδες. Διατήρησε τη θέση μέχρι τη διακοπή της διοργάνωσης το 2010. Το 2005 επιχείρησε επίσης να αγωνιστεί στο Grand Prix Masters, όπου συμμετείχαν παλαίμαχοι οδηγοί της F1, αλλά οι ενοχλήσεις στον αυχένα τον υποχρέωσαν να αποσυρθεί πριν από τις κατατακτήριες δοκιμές. Παράλληλα, στήριξε τον γιο του, Christian, στα πρώτα βήματα της δικής του αγωνιστικής πορείας.
Μετά την οριστική αποχώρησή του από τη Formula 1 το 1986, δραστηριοποιήθηκε και στην τηλεόραση. Από το 1987 έως το 2002 σχολίαζε τους αγώνες της Formula 1 για το Channel Nine, ενώ το 2013 επέστρεψε στην τηλεοπτική κάλυψη του πρωταθλήματος μέσω του Network Ten. Είχε προηγηθεί, το 2010, η επιστροφή του στο περιβάλλον των Grand Prix με επίσημα καθήκοντα συμβούλου των αγωνοδικών της FIA σε επιλεγμένους αγώνες.

Για άμεση και έγκυρη ενημέρωση, ακολουθήστε το -- στο Google News.


