Η εικόνα που διαμορφώνεται στην Ευρώπη γύρω από τη φορολογία των αυτοκινήτων χαρακτηρίζεται από μια έντονη αντίφαση. Παρότι η πολιτική ρητορική επικεντρώνεται στην πράσινη μετάβαση και τον περιορισμό των ρύπων, αρκετές χώρες εξακολουθούν να εφαρμόζουν ένα πλαίσιο που ευνοεί τα βαριά και παλαιότερα SUV, δημιουργώντας ουσιαστικά ένα ιδιότυπο «φορολογικό καταφύγιο» για τα πιο ρυπογόνα οχήματα.
Η εξέταση των φορολογικών δεδομένων σε 31 ευρωπαϊκές χώρες δείχνει ότι το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στις μεγάλες αγορές. Σε αυτές, τα παλιά και ενεργοβόρα SUV δεν επιβαρύνονται ουσιαστικά περισσότερο, ενώ η διαφορά στη φορολογία σε σχέση με τα ηλεκτρικά παραμένει περιορισμένη. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, το φορολογικό όφελος για μια εταιρεία που επιλέγει ηλεκτρικό αυτοκίνητο αντί για θερμικό είναι σχετικά μικρό σε ορίζοντα τετραετίας, γεγονός που περιορίζει το κίνητρο για αλλαγή.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα φορολογικά οφέλη για μεγάλα SUV μπορεί να ξεπερνούν τους φόρους που καλούνται να καταβάλουν οι εταιρείες. Στην πράξη, αυτό λειτουργεί ως έμμεση επιδότηση για οχήματα με υψηλές εκπομπές, την ώρα που χώρες όπως η Γαλλία ακολουθούν την αντίθετη πορεία, επιβάλλοντας ιδιαίτερα υψηλές επιβαρύνσεις στα ρυπογόνα μοντέλα.
Το αποτέλεσμα είναι μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων: από τη μία βρίσκονται τα κράτη που επιβαρύνουν ξεκάθαρα τα βαριά SUV και ενισχύουν την ηλεκτροκίνηση και από την άλλη οι μεγάλες αγορές που διατηρούν «παράθυρα» στη φορολογία, επιτρέποντας στα παλαιότερα SUV να παραμένουν οικονομικά ελκυστικά. Αυτό εξηγεί γιατί οι εταιρικοί στόλοι, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν περίπου το 60% των πωλήσεων, εξακολουθούν να προτιμούν τις παραδοσιακές επιλογές αντί των ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Η θέση της Ελλάδας
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα καταλαμβάνει μια ενδιαφέρουσα ενδιάμεση θέση. Δεν συγκαταλέγεται στις χώρες με τα πιο χαλαρά καθεστώτα, αλλά ούτε βρίσκεται στην πρωτοπορία της αυστηρής φορολόγησης. Η διαφορά στη φορολογία μεταξύ ηλεκτρικών και συμβατικών αυτοκινήτων είναι σημαντική, κατατάσσοντας τη χώρα σχετικά ψηλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο, χωρίς όμως να μεταβάλλει ριζικά τη συμπεριφορά της αγοράς.
Εδώ βρίσκεται και το ελληνικό παράδοξο. Παρότι οι οδηγοί συχνά θεωρούν υψηλή τη φορολογία των αυτοκινήτων, σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Δανία, όπου οι φόροι μπορούν να αυξήσουν την τιμή ενός αυτοκινήτου ακόμη και πάνω από το διπλάσιο, το ελληνικό σύστημα παραμένει πιο ισορροπημένο. Ως αποτέλεσμα, σε συγκεκριμένες κατηγορίες, ιδιαίτερα στα παλαιότερα ή μεγαλύτερα μοντέλα, η πραγματική επιβάρυνση δεν είναι τόσο αποτρεπτική όσο θα περίμενε κανείς.
Το ζήτημα, ωστόσο, είναι βαθύτερο και συνδέεται με τη δομή της ίδιας της αγοράς. Ο ελληνικός στόλος είναι ένας από τους πιο γερασμένους στην Ευρώπη, με συνέπεια τα παλιά SUV να παραμένουν στους δρόμους για πολλά χρόνια. Όταν αυτό συνδυάζεται με ένα φορολογικό σύστημα που δεν επιβαρύνει επαρκώς τις υψηλές εκπομπές, δημιουργείται ένα περιβάλλον που, έστω και άθελά του, συντηρεί την παρουσία ρυπογόνων οχημάτων.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση πιέζει για αυστηρότερα μέτρα, είτε μέσω ζωνών χαμηλών εκπομπών είτε μέσω αλλαγών στη φορολογία των εταιρικών στόλων. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο την περιβαλλοντική πολιτική, αλλά και τα δημόσια έσοδα, καθώς μια πιο «έξυπνη» φορολόγηση θα μπορούσε να ενισχύσει τα κρατικά ταμεία και να κατευθύνει την αγορά προς καθαρότερες επιλογές.
Η πραγματικότητα είναι, επομένως, σαφής: σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, τα παλιά SUV εξακολουθούν να απολαμβάνουν ένα ιδιότυπο φορολογικό προνόμιο. Όσο αυτό δεν αλλάζει, η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση θα παραμένει πιο αργή από τον σχεδιασμό που αποτυπώνεται στα χαρτιά. Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι διπλό: αφενός να ανανεωθεί ο γερασμένος στόλος και αφετέρου να διαμορφωθεί ένα φορολογικό πλαίσιο που δεν θα αφήνει «παράθυρα» για τα πιο ρυπογόνα οχήματα.
