Η πλήρης υποκρισία του ελληνικού κράτους Mobility
6 Αυγούστου 2026, 9:10 — του ΤΑΚΗ ΤΡΑΚΟΥΣΕΛΛΗ
Η Ελλάδα επιδοτεί την ηλεκτροκίνηση, αλλά αφήνει τους μεγαλύτερους ρυπαντές να κυκλοφορούν ανεξέλεγκτοι
Εδώ και χρόνια, η συζήτηση επικεντρώνεται στην ηλεκτροκίνηση, στις μηδενικές εκπομπές ρύπων και στα κίνητρα για την αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Το κράτος παρέχει επιδοτήσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση θέτει ολοένα αυστηρότερους περιβαλλοντικούς στόχους και οι αυτοκινητοβιομηχανίες επενδύουν δισεκατομμύρια ευρώ στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, στους ελληνικούς δρόμους εξακολουθούν να κυκλοφορούν χιλιάδες επαγγελματικά οχήματα, τα οποία αποτελούν πιθανώς μία από τις μεγαλύτερες πηγές ατμοσφαιρικής ρύπανσης και κινδύνου για την οδική ασφάλεια.
Η αντίφαση είναι πλέον έντονη. Από τη μία πλευρά, ζητάμε από τον ιδιώτη να αγοράσει ηλεκτρικό αυτοκίνητο, ώστε να περιορίσει το περιβαλλοντικό του αποτύπωμα. Από την άλλη, επιτρέπουμε σε φορτηγά και βαν ηλικίας 25, 30 ή ακόμη και 35 ετών να κινούνται καθημερινά στις πόλεις, εκπέμποντας μεγάλες ποσότητες αιωρούμενων σωματιδίων και οξειδίων του αζώτου.
Το ζήτημα, όμως, δεν αφορά μόνο την ηλικία των οχημάτων, αλλά και την πραγματική τους κατάσταση. Οχήματα με εκατοντάδες χιλιάδες ή ακόμη και εκατομμύρια χιλιόμετρα, συχνά χωρίς σωστή συντήρηση, με κινητήρες που καπνίζουν διαρκώς και με φίλτρα μικροσωματιδίων και καταλύτες αφαιρεμένους για να περιοριστεί το κόστος επισκευής, μετατρέπονται σε κινητές εστίες ρύπανσης. Αρκεί να βρεθεί κανείς πίσω από ένα τέτοιο βαν σε ένα φανάρι για να αντιληφθεί τι αναπνέουν καθημερινά οι πολίτες.
Η εικόνα είναι γνώριμη: μαύρος καπνός, έντονη μυρωδιά καμένου πετρελαίου, θόρυβος, εμφανείς φθορές και οχήματα που συχνά δείχνουν να βρίσκονται στο τέλος της ζωής τους. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουν να εργάζονται καθημερινά μέσα στον αστικό ιστό, μεταφέροντας εμπορεύματα, πραγματοποιώντας διανομές και κινούμενα ανάμεσα σε πεζούς, σχολεία και κατοικημένες περιοχές.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο το περιβάλλον, αλλά και την ασφάλεια. Ένα επαγγελματικό όχημα που έχει συμπληρώσει τρεις δεκαετίες ζωής δύσκολα μπορεί να συγκριθεί με τα σημερινά πρότυπα. Φρένα, αναρτήσεις, πλαίσιο, συστήματα ασφαλείας και ηλεκτρονικά βοηθήματα ανήκουν σε μια διαφορετική εποχή. Πολλά από αυτά τα οχήματα δεν διαθέτουν ούτε τα βασικά συστήματα που σήμερα θεωρούνται αυτονόητα για την αποφυγή ενός ατυχήματος.
Κι όμως, ενώ για τα επιβατικά αυτοκίνητα γίνεται διαρκώς συζήτηση σχετικά με περιορισμούς, φόρους και αντικίνητρα, για τα επαγγελματικά οχήματα επικρατεί μια σιωπή που προκαλεί απορίες. Είναι σαν να μην υπάρχουν, σαν να μην ευθύνονται για σημαντικό μέρος των εκπομπών μέσα στις πόλεις και σαν να μην επηρεάζουν την ποιότητα του αέρα που αναπνέουμε καθημερινά.
Η πραγματικότητα είναι ότι η ανανέωση του επαγγελματικού στόλου έχει μείνει πολλά χρόνια πίσω. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να επενδύσουν σε νέο εξοπλισμό, το κόστος αγοράς παραμένει υψηλό και ουσιαστικά κίνητρα αντικατάστασης δεν έχουν υπάρξει ποτέ σε κλίμακα αντίστοιχη με εκείνη της ηλεκτροκίνησης των επιβατικών αυτοκινήτων.
Αποτέλεσμα είναι να παρατείνεται τεχνητά η ζωή οχημάτων τα οποία, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα έπρεπε να έχουν αποσυρθεί εδώ και πολλά χρόνια.
Η λύση δεν είναι να τιμωρηθούν οι επαγγελματίες που προσπαθούν να επιβιώσουν. Απαιτείται μια σοβαρή εθνική πολιτική ανανέωσης του στόλου, με γενναία οικονομικά κίνητρα για αντικατάσταση, αυστηρούς τεχνικούς ελέγχους, πραγματική εποπτεία των εκπομπών ρύπων και μηδενική ανοχή σε όσους αφαιρούν φίλτρα και καταλύτες για να εξοικονομήσουν λίγα χρήματα εις βάρος της δημόσιας υγείας.
Αν πραγματικά επιδιώκουμε καθαρότερο αέρα και ασφαλέστερους δρόμους, πρέπει να ξεκινήσουμε από εκεί όπου βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα. Δεν γίνεται να πανηγυρίζουμε επειδή αυξήθηκαν οι πωλήσεις ηλεκτρικών αυτοκινήτων, όταν δίπλα τους κυκλοφορούν φορτηγά και βαν προηγούμενων δεκαετιών, τα οποία εκπέμπουν πολλαπλάσιους ρύπους από δεκάδες σύγχρονα οχήματα μαζί.
Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Δεν μπορεί να αφορά μόνο τον ιδιώτη που αλλάζει αυτοκίνητο, αφήνοντας στο απυρόβλητο τον πιο γερασμένο και επιβαρυντικό στόλο της χώρας.
Αν η πολιτεία θέλει πραγματικά να μειώσει τις εκπομπές ρύπων και να προστατεύσει τη δημόσια υγεία, η ανανέωση των επαγγελματικών οχημάτων πρέπει να αποτελέσει εθνική προτεραιότητα. Όσο αυτό δεν συμβαίνει, η περιβαλλοντική πολιτική θα μοιάζει περισσότερο με άσκηση δημοσίων σχέσεων παρά με ουσιαστική προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος.
