11 Αυγούστου 2026, 8:47 | -
Ένα περιστατικό με έναν 72χρονο, ο οποίος φέρεται να μην υπάκουσε σε σήμα αστυνομικών για έλεγχο και αναμένεται να δώσει εξηγήσεις ενώπιον της Δικαιοσύνης, επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα: τι προβλέπει ο νόμος όταν ένας οδηγός αγνοεί την εντολή της Τροχαίας να σταματήσει και ποιες είναι οι διοικητικές και ποινικές συνέπειες;
Το σήμα του τροχονόμου προς έναν οδηγό να ακινητοποιήσει το όχημά του δεν αποτελεί απλή σύσταση ούτε αφήνει περιθώριο επιλογής. Πρόκειται για εντολή, με την οποία ο οδηγός οφείλει να συμμορφωθεί άμεσα. Αν, αντίθετα, επιλέξει να την αγνοήσει, πατήσει γκάζι και επιχειρήσει να απομακρυνθεί, μέσα σε λίγα λεπτά μια παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρή ποινική υπόθεση.
Τι προβλέπει ο νέος ΚΟΚ
Ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, ο Ν. 5209/2025, είναι σαφής σχετικά με τις υποδείξεις των τροχονόμων. Οι χρήστες του δρόμου πρέπει να συμμορφώνονται αμέσως με τα σήματα και τις εντολές τους. Οι υποδείξεις του τροχονόμου υπερισχύουν των φωτεινών σηματοδοτών, των πινακίδων σήμανσης, των διαγραμμίσεων και των γενικών κανόνων κυκλοφορίας.
Έτσι, ακόμη και αν ο φωτεινός σηματοδότης είναι πράσινος, όταν ο τροχονόμος δίνει εντολή στον οδηγό να σταματήσει, εκείνος οφείλει να ακινητοποιηθεί.
Το πρώτο «χτύπημα»: 150 ευρώ και αφαίρεση διπλώματος για 20 ημέρες
Η μη συμμόρφωση με τις υποδείξεις και τα σήματα των τροχονόμων επιφέρει διοικητικό πρόστιμο 150 ευρώ, ενώ προβλέπεται και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 20 ημέρες. Ωστόσο, αυτή είναι ουσιαστικά μόνο η αρχή, καθώς πρόκειται για την κύρωση που αφορά την παράβαση του ΚΟΚ όταν το περιστατικό παραμένει σε αυτό το επίπεδο.
Η κατάσταση γίνεται πολύ πιο σοβαρή όταν ο οδηγός, αντί να σταματήσει, επιχειρεί να διαφύγει. Από εκείνο το σημείο και μετά, η Αστυνομία μπορεί να ακολουθήσει το όχημα, ενώ κάθε νέα παράβαση κατά τη διάρκεια της φυγής καταγράφεται και αξιολογείται ξεχωριστά. Έτσι, το αρχικό πρόστιμο των 150 ευρώ μπορεί γρήγορα να οδηγήσει σε πολλαπλές σοβαρές παραβάσεις, αλλά και σε σχηματισμό ποινικής δικογραφίας.
Κατά τη διάρκεια μιας καταδίωξης, μία από τις συνηθέστερες παραβάσεις είναι η παραβίαση φωτεινών σηματοδοτών. Με τον νέο ΚΟΚ, η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη τιμωρείται με πρόστιμο 700 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 60 ημέρες.
Στην πρώτη υποτροπή, το πρόστιμο αυξάνεται στα 1.000 ευρώ και η άδεια οδήγησης αφαιρείται για 180 ημέρες. Στη δεύτερη υποτροπή, το πρόστιμο φτάνει τα 2.000 ευρώ και το δίπλωμα αφαιρείται για ένα έτος.
Επομένως, ένας οδηγός που αρνείται να σταματήσει σε έλεγχο και στη συνέχεια παραβιάζει κόκκινους σηματοδότες δεν αντιμετωπίζει μία ενιαία «κλήση». Οι επιμέρους πράξεις του μπορούν να βεβαιωθούν και να αξιολογηθούν αυτοτελώς.
Αν κατά την προσπάθεια διαφυγής παραβιαστεί STOP χωρίς να προκληθεί ατύχημα, προβλέπεται πρόστιμο 350 ευρώ και αφαίρεση του διπλώματος για 30 ημέρες. Αν από την παραβίαση του STOP προκληθεί τροχαίο ατύχημα, η κύρωση αυξάνεται στα 700 ευρώ και η άδεια οδήγησης αφαιρείται για 60 ημέρες.
Οι κυρώσεις σε περίπτωση υποτροπής είναι ακόμη αυστηρότερες. Για παραβίαση STOP χωρίς ατύχημα, η πρώτη υποτροπή μπορεί να επιφέρει πρόστιμο 1.000 ευρώ και αφαίρεση της άδειας για 180 ημέρες, ενώ η δεύτερη πρόστιμο 2.000 ευρώ και αφαίρεση για ένα έτος.
Όταν υπάρχει ατύχημα, οι συνέπειες είναι βαρύτερες. Στην πρώτη υποτροπή προβλέπονται πρόστιμο 2.000 ευρώ και αφαίρεση της άδειας για τέσσερα χρόνια, ενώ στη δεύτερη το πρόστιμο μπορεί να φτάσει τα 4.000 ευρώ και η αφαίρεση του διπλώματος τα οκτώ χρόνια.
Από την παράβαση στην «απείθεια»
Η άρνηση συμμόρφωσης σε αστυνομικό έλεγχο δεν περιορίζεται απαραίτητα σε μία κλήση του ΚΟΚ. Ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά και τη νόμιμη πρόσκληση του αστυνομικού οργάνου, η συμπεριφορά μπορεί να αποκτήσει και ποινική διάσταση.
Το άρθρο 169 του Ποινικού Κώδικα για την απείθεια προβλέπει φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή. Από ένα σημείο και μετά, ο οδηγός δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο την Τροχαία και τις διοικητικές κυρώσεις. Ανάλογα με τα αδικήματα που προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά, μπορεί να σχηματιστεί δικογραφία, να συλληφθεί και να οδηγηθεί στον εισαγγελέα.
Η καταδίωξη αλλάζει τα δεδομένα
Η σοβαρότερη κλιμάκωση προκύπτει όταν η προσπάθεια διαφυγής συνοδεύεται από επικίνδυνη οδήγηση. Οδηγός που αναπτύσσει πολύ μεγάλη ταχύτητα, κινείται στο αντίθετο ρεύμα, πραγματοποιεί επικίνδυνους ελιγμούς, παραβιάζει κόκκινα ή οδηγεί με τρόπο που δημιουργεί κίνδυνο για τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με το άρθρο 290Α του Ποινικού Κώδικα περί επικίνδυνης οδήγησης.
Οι συνέπειες σε αυτή την περίπτωση είναι διαφορετικής τάξης μεγέθους. Η νομοθεσία προβλέπει φυλάκιση έως τρία έτη όταν, από συγκεκριμένες μορφές επικίνδυνης οδήγησης, μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, και φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όταν μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο.
Εάν η πράξη προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη ή σημαντική βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις, προβλέπεται κάθειρξη έως 10 έτη. Σε περίπτωση θανάτου, η ποινή ανέρχεται σε κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών, ενώ αν προκληθεί ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ακόμη και ισόβια κάθειρξη.
Με άλλα λόγια, λίγα δευτερόλεπτα πανικού ή η απόφαση «δεν σταματάω και φεύγω» μπορούν να μετατρέψουν ένα διοικητικό πρόστιμο σε κατηγορία κακουργηματικού χαρακτήρα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η υπερβολική ταχύτητα, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις κινδύνου, περιλαμβάνεται πλέον στις συμπεριφορές που μπορούν να υπαχθούν στην επικίνδυνη οδήγηση του άρθρου 290Α.
Στο ποινικό πλαίσιο περιλαμβάνεται η οδήγηση σε αυτοκινητόδρομο ή οδό ταχείας κυκλοφορίας με υπέρβαση του ορίου κατά τουλάχιστον 60 χλμ./ώρα. Για λεωφορεία και φορτηγά, το αντίστοιχο όριο είναι τουλάχιστον 30 χλμ./ώρα.
Σε κατοικημένη περιοχή ή στο υπόλοιπο οδικό δίκτυο προβλέπεται υπέρβαση του ορίου κατά τουλάχιστον 40 χλμ./ώρα ή κατά 20 χλμ./ώρα για λεωφορεία και φορτηγά, πάντα σε συνδυασμό με τις λοιπές προϋποθέσεις που θέτει η ποινική διάταξη.
Για τον λόγο αυτό, μια καταδίωξη με πολύ υψηλές ταχύτητες δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως συνηθισμένη κλήση για υπέρβαση του ορίου.
Τι γίνεται αν ο οδηγός αρνηθεί και το αλκοτέστ
Υπάρχει ακόμη μία περίπτωση στην οποία η άρνηση δεν αποτελεί λύση: ο έλεγχος μέθης. Η άρνηση υποβολής σε αλκοτέστ δεν σημαίνει ότι ο οδηγός αποφεύγει την απόδειξη της μέθης.
Ο ΚΟΚ προβλέπει ότι, σε περίπτωση άρνησης υποβολής στον προβλεπόμενο έλεγχο, τεκμαίρεται συγκέντρωση αλκοόλ πάνω από τα ανώτατα όρια που ορίζει η σχετική διάταξη. Αυτό οδηγεί στην εφαρμογή των αυστηρότερων προβλεπόμενων κυρώσεων για τη συγκεκριμένη κατηγορία.
Στην περίπτωση αυτή προβλέπονται διοικητικό πρόστιμο 1.200 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για έξι μήνες, ενώ υπάρχουν και ποινικές συνέπειες σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις. Επομένως, η άρνηση του αλκοτέστ όχι μόνο δεν αποτελεί διέξοδο, αλλά μπορεί να επιδεινώσει σημαντικά τη θέση του οδηγού.
Τα πρόστιμα μπορούν να συσσωρευτούν
Μία από τις σημαντικότερες λεπτομέρειες που συχνά παραβλέπεται είναι ότι η φυγή από έναν αστυνομικό έλεγχο δεν δημιουργεί απαραίτητα μία και μοναδική παράβαση.
Αν κατά τη διάρκεια της καταδίωξης ο οδηγός αγνοήσει την υπόδειξη του τροχονόμου, παραβιάσει κόκκινο σηματοδότη, περάσει STOP, κινηθεί με υπερβολική ταχύτητα ή διαπράξει άλλες παραβάσεις, αυτές μπορούν να βεβαιωθούν βάσει των αντίστοιχων διατάξεων.
Παράλληλα, διαφορετικό είναι το διοικητικό και διαφορετικό το ποινικό σκέλος. Η πληρωμή των προστίμων του ΚΟΚ δεν εξαλείφει ενδεχόμενη ποινική ευθύνη για απείθεια ή επικίνδυνη οδήγηση.
Η αλληλουχία είναι σαφής: το πρώτο σήμα της Τροχαίας απαιτεί άμεση συμμόρφωση. Η απλή μη συμμόρφωση μπορεί να σημαίνει 150 ευρώ και 20 ημέρες χωρίς δίπλωμα. Αν, όμως, ο οδηγός επιχειρήσει να διαφύγει, κάθε επόμενη κίνησή του μπορεί να επιβαρύνει τη θέση του.
Η παραβίαση κόκκινου σηματοδότη σημαίνει 700 ευρώ και 60 ημέρες χωρίς δίπλωμα. Η παραβίαση STOP μπορεί να προσθέσει 350 ευρώ ή 700 ευρώ, εφόσον προκληθεί ατύχημα. Η άρνηση αλκοτέστ μπορεί να οδηγήσει στις βαρύτατες κυρώσεις που προβλέπει ο ΚΟΚ, ενώ η επικίνδυνη οδήγηση μπορεί να μεταφέρει την υπόθεση από το διοικητικό επίπεδο της Τροχαίας στην ποινική Δικαιοσύνη.
Αν κατά τη φυγή τεθεί σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή, ακόμη χειρότερα, προκληθεί σοβαρός τραυματισμός ή θάνατος, δεν πρόκειται πλέον για μια απλή τροχαία παράβαση. Η υπόθεση μπορεί να επισύρει πολυετείς ποινές κάθειρξης.
Γι’ αυτό, το ασφαλέστερο και νομικά αυτονόητο είναι ένα: όταν αστυνομικός ή τροχονόμος δίνει σαφές σήμα στάσης, ο οδηγός πρέπει να σταματά με ασφάλεια. Τα 150 ευρώ μπορεί να είναι μόνο η αρχή.
