FORMULA 1
Joe Portlock/Getty Images/McLaren Media Centre
Η Formula 1 ενδέχεται να περάσει στο επόμενο πλαίσιο τεχνικών κανονισμών ακόμη και από το 2030, με επιστροφή των V8 Turbo κινητήρων. Ωστόσο, οι υπό συζήτηση παρεμβάσεις δεν σταματούν εκεί, καθώς εξετάζονται και άλλες ουσιαστικές τεχνικές και αεροδυναμικές αλλαγές. Ο διευθυντής του τομέα μονοθεσίων της FIA, Νικόλας Τομπάζης, παρουσιάζει τις προτάσεις που βρίσκονται στο τραπέζι.
Οι επιδιώξεις της FIA για τη νέα γενιά μονοθεσίων υπερβαίνουν την αντικατάσταση των μονάδων ισχύος. Το ζητούμενο είναι αυτοκίνητα που θα διευκολύνουν ακόμη περισσότερο τις προσπεράσεις και θα καταπονούν λιγότερο τα ελαστικά τους, χωρίς παράλληλα να απομακρύνονται από τους σημερινούς χρόνους γύρου. Πρόκειται για τους στόχους του νέου πλαισίου, όχι ακόμη για εξασφαλισμένα αποτελέσματα.
Ο επόμενος κύκλος κανονισμών αναμενόταν αρχικά να αρχίσει το 2031, όμως η FIA αφήνει ανοιχτή την εφαρμογή του έναν χρόνο νωρίτερα. Μάλιστα, ο Μπεν Σουλαγέμ παρουσίασε πρόσφατα αυτό το χρονοδιάγραμμα ως δεδομένο, παρότι παραμένει άγνωστο αν έχει ήδη εξασφαλιστεί η σύμφωνη γνώμη των ομάδων και των κατασκευαστών κινητήρων.
Στο επίκεντρο των σημαντικότερων προτεινόμενων αλλαγών βρίσκεται η αρχιτεκτονική των κινητήρων. Η Formula 1 προσανατολίζεται στην επαναφορά των V8 Turbo, χωρίς όμως να επιστρέφει σε αμιγώς θερμικές μονάδες. Το σχέδιο προβλέπει τη διατήρηση μικρής υβριδικής, ηλεκτρικής υποβοήθησης, καθώς και τη συνέχιση της χρήσης βιώσιμων καυσίμων.
«Στόχος μας είναι ένας V8 με μικρότερη ηλεκτρική συνιστώσα», αποκάλυψε ο Τομπάζης. «Θα εξακολουθεί να υπάρχει υπερσυμπιεστής, αλλά με χαμηλότερη πίεση υπερπλήρωσης, καθώς θέλουμε να περιορίσουμε την υστέρηση του turbo [turbo lag]. Θα διατηρήσουμε ένα στοιχείο υψηλής τεχνολογίας και τα βιώσιμα καύσιμα, επειδή πιστεύουμε ότι είναι πολύ σημαντικά, αλλά θέλουμε επίσης να προστατεύσουμε τη Formula 1 από μια ανεξέλεγκτη αύξηση του κόστους».
Η πρόταση αποτυπώνει την προσπάθεια της FIA να απλοποιήσει την υφιστάμενη φιλοσοφία των μονάδων ισχύος και να συγκρατήσει το κόστος, χωρίς να εγκαταλείψει τα τεχνολογικά χαρακτηριστικά που θεωρεί κρίσιμα για το μέλλον της Formula 1.

Ο διευθυντής του τομέα μονοθεσίων της FIA, Νικόλας Τομπάζης. Red Bull Content Pool
Η μειωμένη συνεισφορά της ηλεκτρικής ισχύος βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της στρατηγικής, όπως αποτυπώνεται και στις προτάσεις που βρίσκονται υπό διαμόρφωση για τους V8 Turbo κινητήρες της F1. «Η ισχύς του ηλεκτροκινητήρα θα είναι χαμηλότερη, αλλά κατά τη διάρκεια των αγώνων θα χρησιμοποιείται κυρίως για τις προσπεράσεις», εξήγησε ο Έλληνας αεροναυπηγός. «Με αυτόν τον τρόπο, πιστεύουμε ότι μπορούμε να διατηρήσουμε αυτό το στοιχείο».
Βάσει των ισχυόντων κανονισμών της Formula 1, η ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να δώσει πρόσθετη ισχύ στον οδηγό που επιτίθεται, διευκολύνοντας την προσπάθειά του να προσπεράσει το προπορευόμενο μονοθέσιο. Η FIA επιδιώκει να διατηρήσει αυτή την αρχή και στην επόμενη γενιά κανονισμών, παρά την προτεινόμενη περικοπή της απόδοσης του ηλεκτροκινητήρα.
Η αποτελεσματικότητα αυτής της προσέγγισης, ωστόσο, παραμένει ζητούμενο. Η ίδια η διοικούσα αρχή αναγνωρίζει ότι η ηλεκτρική υποβοήθηση ενδέχεται να μην αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει αρκετές ευκαιρίες προσπεράσεων. Θα ακολουθήσουν, επομένως, προσομοιώσεις για την αξιολόγηση του νέου συστήματος, με την πιθανότητα επαναφοράς του DRS να παραμένει ανοιχτή.
«Όταν καταλαγιάσει ο θόρυβος και δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, μπορούμε επίσης να εξετάσουμε αν χρειάζεται ή όχι πρόσθετη βοήθεια από το DRS. Έχουμε αυτή τη δυνατότητα. Δεν χρειάζεται να πάρουμε αυτή την απόφαση τώρα», διευκρίνισε ο Τομπάζης.

Florent Gooden / DPPI / Mercedes AG
Η τελική επιλογή για την υποβοήθηση των προσπεράσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από την αεροδυναμική και τον σχεδιασμό του πλαισίου των μονοθεσίων επόμενης γενιάς. Η FIA σχεδιάζει να εξελίξει αυτούς τους τομείς παράλληλα με τις αναθεωρημένες μονάδες ισχύος, αντί να αντιμετωπίσει την υποβοήθηση των προσπεράσεων ως αυτοτελή λύση.
Βασική επιδίωξη των προτεινόμενων κανονισμών παραμένει και η μείωση του ελάχιστου βάρους των μονοθεσίων της Formula 1. Η FIA επιδιώκει να δώσει στους οδηγούς πιο φυσική και άμεση αίσθηση, θεωρώντας αναγκαία μια ουσιαστική μείωση της μάζας. Ωστόσο, οι σχετικές παράμετροι δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί.
«Θέλουμε πιο συναρπαστικά μονοθέσια, τα οποία θα είναι σημαντικά ελαφρύτερα από τα σημερινά και θα προσφέρουν πιο φυσική και άμεση αίσθηση», εξήγησε ο Τομπάζης. «Δεν θέλω να δώσω συγκεκριμένα νούμερα, καθώς πρέπει ακόμη να οριστικοποιήσουμε ορισμένες πτυχές, αλλά φιλοδοξούμε να μειώσουμε το βάρος των μονοθεσίων κατά τουλάχιστον 60 κιλά ακόμη, ίσως και περισσότερο. Όσον αφορά τους χρόνους γύρου, θέλουμε να παραμείνουμε κοντά στις σημερινές επιδόσεις. Αυτό σημαίνει ότι, αν μειώσουμε το βάρος σε τέτοιο βαθμό, μπορούμε να προχωρήσουμε και σε αντίστοιχη μείωση της αεροδυναμικής απόδοσης».
Με χαμηλότερο βάρος, τα μονοθέσια θα χρειάζονται λιγότερη πρόσφυση και, επομένως, μικρότερη αεροδυναμική κάθετη δύναμη για να διατηρήσουν παρόμοιες ταχύτητες στις στροφές. Αυτή η μεταβολή θα δώσει στη FIA μεγαλύτερο περιθώριο επανεξέτασης της αεροδυναμικής απόδοσης, με ζητούμενο να διατηρηθούν οι συνολικές ταχύτητες που αναμένονται από τα μονοθέσια της F1.
Στην αεροδυναμική, πάντως, δεν διαφαίνεται ριζική αλλαγή κατεύθυνσης. Η βάση φαίνεται πως θα παραμείνει η φιλοσοφία των τεχνικών κανονισμών που εισήχθησαν φέτος, το 2026. Αντί τα μονοθέσια του 2030 να ακολουθήσουν μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση, η FIA αναμένει ότι οι επόμενοι κανονισμοί θα εξελίξουν τις αρχές του 2026.
Κατά τον Τομπάζη, η σημερινή γενιά μονοθεσίων αποτελεί πιο σταθερή αφετηρία για τον περιορισμό των αεροδυναμικών απωλειών που αντιμετωπίζουν οι οδηγοί όταν ακολουθούν άλλο μονοθέσιο. «Πιστεύω ότι η φιλοσοφία που εισαγάγαμε το 2026 είναι πιο ολοκληρωμένη από εκείνες των προηγούμενων ετών. Έχουμε μάθει πολλά από το παρελθόν και αναμένω ότι η αεροδυναμική φιλοσοφία θα αποτελέσει εξέλιξη της σημερινής», συνέχισε ο Τομπάζης.
Το κατά πόσο τα μονοθέσια θα μπορούν να ακολουθούν πιο κοντά το ένα το άλλο στις στροφές θα μπορούσε να επηρεαστεί από τη διατήρηση αυτής της φιλοσοφίας, σε συνδυασμό με τη μείωση του βάρους και της κάθετης δύναμης. Ο σχεδιασμός του πλαισίου, η αεροδυναμική αποδοτικότητα και η ηλεκτρική υποβοήθηση των προσπεράσεων θα είναι, συνεπώς, βασικοί άξονες των σχεδίων της FIA.

Peter Fox/Getty Images/McLaren Media Centre
Ένα ακόμη προσδοκώμενο όφελος από τη μείωση του βάρους συνδέεται με τη συμπεριφορά των ελαστικών, χωρίς όμως να αποτελεί δεδομένο. Καθώς θα καλούνται να υποστηρίξουν μικρότερη μάζα, τα ελαστικά θα δέχονται χαμηλότερα φορτία και ενδέχεται να αναπτύσσουν λιγότερη θερμότητα. Αυτό θα μπορούσε να περιορίσει την ανάγκη των οδηγών να διαχειρίζονται τη φθορά τους στη διάρκεια των αγώνων.
Εφόσον επιβεβαιωθεί αυτή η προσδοκία, η μειωμένη φθορά θα επέτρεπε στους οδηγούς να πιέζουν περισσότερο και για μεγαλύτερα διαστήματα. Έτσι, θα μπορούσαν να ευνοηθούν πιο παρατεταμένες μάχες, αντί οι οδηγοί να αναγκάζονται να δίνουν προτεραιότητα στην προστασία των ελαστικών τους.
Ο Τομπάζης ανέφερε σχετικά: «Όλα αυτά θα πρέπει επίσης να οδηγήσουν σε ευνοϊκότερη συμπεριφορά των ελαστικών όσον αφορά τη φθορά και, κατά την άποψή μας, θα ενθαρρύνουν πιο συναρπαστικές μάχες κατά τη διάρκεια των αγώνων. Διαθέτουμε διαφορετικά εργαλεία για τις προσπεράσεις, τόσο σε ό,τι αφορά την ενέργεια όσο και το DRS».
Η FIA επιδιώκει, επομένως, να βελτιώσει τους αγώνες μέσα από ένα σύνολο αλληλένδετων αλλαγών και όχι στηριζόμενη αποκλειστικά σε ένα σύστημα υποβοήθησης των προσπεράσεων. Το μικρότερο βάρος, η αναθεωρημένη αεροδυναμική, τα πιο εύκολα στη διαχείριση ελαστικά και η ηλεκτρική υποβοήθηση θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στο τελικό πακέτο, με τα αναμενόμενα οφέλη να παραμένουν προς το παρόν υπό όρους.
Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα της έναρξης ισχύος του επόμενου τεχνικού πλαισίου. Για μεγάλο διάστημα, το 2031 θεωρούνταν το προβλεπόμενο έτος εφαρμογής των νέων κανονισμών, καθώς τότε λήγει η υφιστάμενη συμφωνία όλων των πλευρών. Πλέον, ωστόσο, η FIA συζητά το ενδεχόμενο εφαρμογής τους ήδη από το 2030.
«Δεν έχουμε αποφασίσει ακόμη αν αυτές οι αλλαγές θα εφαρμοστούν το 2030 ή το 2031. Εξακολουθούμε να το συζητάμε», κατέληξε ο Νικόλας Τομπάζης.


