Με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα θα «βλέπει» βαθιά στην Τουρκία MIRROR
8 Νοεμβρίου, 2026 9:13 -
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» περνά από τον σχεδιασμό στην εφαρμογή. Ραντάρ AESA, David’s Sling, BARAK MX και SPYDER πρόκειται να ενταχθούν σε ένα ενιαίο ελληνικό δίκτυο, ικανό να εντοπίζει αεροσκάφη, drones και πυραύλους σε μεγάλες αποστάσεις, μεταβάλλοντας συνολικά τα δεδομένα της αεράμυνας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Ο σημαντικότερος μετασχηματισμός της ελληνικής αεράμυνας εδώ και δεκαετίες βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Στις 31 Αυγούστου 2026, η Ελλάδα και το Ισραήλ υπέγραψαν τη διακρατική συμφωνία για την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα». Πρόκειται για ένα πολυστρωματικό αντιαεροπορικό, αντιβαλλιστικό και anti-drone σύστημα, το οποίο υπερβαίνει την προμήθεια νέων πυραύλων.
-
Στην πράξη, προβλέπεται η συγκρότηση ενός εκτεταμένου ψηφιακού δικτύου αισθητήρων, ραντάρ, μέσων αναχαίτισης και κέντρων διοίκησης, που θα λειτουργούν ως ενιαίο σύνολο πάνω από την ελληνική επικράτεια. Το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας επιβεβαίωσε ότι η υλοποίηση του προγράμματος άρχισε αμέσως με την υπογραφή της συμφωνίας.
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του νέου συστήματος είναι ότι η αντίδρασή του δεν θα προϋποθέτει την προσέγγιση μιας απειλής στην Ελλάδα. Η αρχιτεκτονική του στηρίζεται στον έγκαιρο εντοπισμό, τη διαρκή παρακολούθηση, την αναγνώριση και την ταξινόμηση στόχων, προσφέροντας εικόνα του εναέριου χώρου σε πολύ μεγαλύτερο γεωγραφικό βάθος.
Σύμφωνα με πληροφορίες, εκτιμάται ότι η νέα διάταξη αισθητήρων και ραντάρ θα μπορεί να σχηματίζει εικόνα που θα καλύπτει έως και το 65% της τουρκικής επικράτειας. Το ποσοστό αυτό αποτελεί εκτίμηση επιχειρησιακής γεωγραφικής κάλυψης που παραθέτει το συγκεκριμένο δημοσίευμα. Η επίσημη ελληνική συμφωνία περιγράφει τη δομή και τις δυνατότητες του δικτύου, χωρίς να έχει ανακοινωθεί αντίστοιχο επίσημο ποσοστό κάλυψης της Τουρκίας.
Τα «μάτια» του δικτύου σε μεγάλες αποστάσεις
Κομβική θέση στο σύστημα θα έχουν τα πολυλειτουργικά ραντάρ MMR τεχνολογίας AESA. Η οικογένεια ELM-2084 της ELTA/IAI αξιοποιεί ενεργή ηλεκτρονική σάρωση, παρέχοντας τρισδιάστατη εικόνα της εναέριας κατάστασης με ιδιαίτερα υψηλό ρυθμό ανανέωσης.
Η IAI αναφέρει ότι τα συγκεκριμένα ραντάρ μπορούν να παρακολουθούν απειλές από UAV μέχρι τακτικούς βαλλιστικούς πυραύλους, διαθέτοντας παράλληλα προηγμένες δυνατότητες αντιμετώπισης ηλεκτρονικών παρεμβολών και λειτουργίας σε δίκτυο.
Υπό αυτή την έννοια, το βασικό «όπλο» της Ασπίδας του Αχιλλέα δεν είναι κάποιος μεμονωμένος πύραυλος, αλλά η πληροφορία. Μόλις ένας αισθητήρας εντοπίσει αεροσκάφος, drone ή πύραυλο, το ίχνος του μπορεί να διαβιβαστεί άμεσα στο κεντρικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Εκεί αξιολογείται η απειλή και επιλέγεται το κατάλληλο μέσο για την αντιμετώπισή της.
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας έχει αποδώσει τη νέα αυτή φιλοσοφία με τον όρο C5ISRT: Command, Control, Compute, Communicate, Cyber, Intelligence, Surveillance, Reconnaissance και Targeting.
Όπως προβλέπει ο σχεδιασμός που παρουσίασε το ΥΠΕΘΑ, το σύστημα θα έχει τη δυνατότητα να συλλέγει πληροφορίες από όλους τους διαθέσιμους αισθητήρες των Ενόπλων Δυνάμεων, να τις επεξεργάζεται και να τις ιεραρχεί, προτού προτείνει την ενδεδειγμένη αντίδραση για κάθε απειλή.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ: SMS επιστράτευσης σε χιλιάδες Έλληνες: Τι σημαίνουν και ποιοι μπορεί να κληθούν
Τρία επίπεδα προστασίας πάνω από την Ελλάδα
Η Ασπίδα του Αχιλλέα θα αναπτυχθεί σε διαφορετικές ζώνες αναχαίτισης. Τη μικρότερη ζώνη θα καλύπτει το SPYDER All-in-One της Rafael, ένα σύστημα υψηλής κινητικότητας για την αντιμετώπιση αεροσκαφών, ελικοπτέρων, UAV και άλλων εναέριων απειλών.
Το μέγιστο βεληνεκές του SPYDER διαμορφώνεται στα 15, 20 ή 40 χιλιόμετρα, ανάλογα με τον πύραυλο που χρησιμοποιείται. Παράλληλα, η μετάβασή του από την κίνηση σε επιχειρησιακή ετοιμότητα μπορεί να γίνει σε περίπου τρία λεπτά.
Στο επόμενο επίπεδο τοποθετείται το BARAK MX της Israel Aerospace Industries, ένας από τους βασικούς πυλώνες της νέας αρχιτεκτονικής. Η οικογένεια περιλαμβάνει τους αναχαιτιστές BARAK SR με βεληνεκές 15 χλμ., MR στα 35 χλμ., LR στα 70 χλμ. και ER έως 150 χιλιόμετρα.
Το BARAK MX έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζει αεροσκάφη, UAV, πυραύλους cruise και τακτικές βαλλιστικές απειλές. Μπορεί επίσης να συνεργάζεται με διαφορετικούς αισθητήρες και ραντάρ στο πλαίσιο μιας ενιαίας δικτυοκεντρικής αρχιτεκτονικής.
Την ανώτερη βαθμίδα αναλαμβάνει το David’s Sling της Rafael, που αναπτύχθηκε σε συνεργασία με τις ΗΠΑ. Προορίζεται για την αντιμετώπιση βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων cruise, αεροσκαφών, UAV και άλλων σύνθετων απειλών, ενώ αποτελεί ήδη βασικό επίπεδο της πολυστρωματικής ισραηλινής αεράμυνας.
Εντός του 2026 ολοκληρώθηκε μια νέα σειρά δοκιμών αναβάθμισης του συστήματος, η οποία αξιοποίησε και την επιχειρησιακή εμπειρία από τις πρόσφατες συγκρούσεις.
Για την Ελλάδα, αυτή η διάταξη μεταφράζεται σε επάλληλες αμυντικές ζώνες: εφόσον ένας στόχος διαπεράσει το ένα επίπεδο, θα εισέρχεται στην περιοχή εμπλοκής του επόμενου.
Η σημασία για το Αιγαίο
Η ουσιαστική αλλαγή δεν αφορά μόνο τη δυνατότητα κατάρριψης ενός στόχου. Μέσω της συνεχούς επιτήρησης, οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις θα μπορούν να αποκτούν πολύ νωρίτερα ολοκληρωμένη εικόνα της εναέριας δραστηριότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Μαζικές απογειώσεις αεροσκαφών, πτήσεις UAV, μετακινήσεις πυραυλικών συστημάτων και άλλες εναέριες δραστηριότητες θα μπορούν να εντοπίζονται σε μεγαλύτερο βάθος και να ενσωματώνονται σε κοινή επιχειρησιακή εικόνα. Η δυνατότητα αυτή εξαρτάται από τη θέση, το ύψος, τη μορφολογία του εδάφους και τις επιδόσεις των αισθητήρων.
Σε αυτό αναφέρεται και η εκτίμηση για κάλυψη έως 65% της Τουρκίας. Δεν σημαίνει ότι ένας πύραυλος θα έχει τη δυνατότητα να πλήξει αυτή την έκταση, αλλά ότι το δίκτυο αισθητήρων θα μπορεί να εξασφαλίζει επιτήρηση σε πολύ μεγαλύτερο βάθος και έγκαιρη προειδοποίηση.
Η εξέλιξη έχει πρόσθετη σημασία, καθώς το τελευταίο διάστημα η Άγκυρα έχει επαναφέρει το ζήτημα της στρατιωτικής παρουσίας στα νησιά του Αιγαίου. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν χαρακτήρισε «απειλή για την Τουρκία» τη στρατιωτικοποίηση νησιών που η τουρκική πλευρά θεωρεί αποστρατιωτικοποιημένα. Η Αθήνα απορρίπτει τη θέση αυτή ως νομικά αβάσιμη.
Από την πλευρά της, η Ελλάδα παρουσιάζει την Ασπίδα του Αχιλλέα ως ένα αμυντικό σύστημα αποτροπής, με σκοπό την προστασία της επικράτειας απέναντι στη νέα γενιά απειλών.
Η ελληνική συμμετοχή των 700 εκατ. ευρώ
Μια ακόμη σημαντική πτυχή του προγράμματος αφορά την εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Η συμμετοχή της προβλέπεται να ξεπεράσει το 25%, ποσοστό που, σύμφωνα με το ΥΠΕΘΑ, αντιστοιχεί σε περισσότερα από 700 εκατ. ευρώ.
Επομένως, το πρόγραμμα δεν αφορά αποκλειστικά την εισαγωγή έτοιμων ισραηλινών συστημάτων. Ελληνική συμμετοχή θα υπάρχει σε μέρος της ανάπτυξης, της ολοκλήρωσης και της τεχνολογικής υποστήριξης. Το συνολικό κόστος του αντιαεροπορικού προγράμματος υπερβαίνει ελαφρά τα 3 δισ. ευρώ.
Ξεχωριστό βάρος έχει το ενιαίο Command and Control. Έπειτα από τη δημόσια συζήτηση για τον πηγαίο κώδικα, η ισραηλινή πλευρά διευκρίνισε ότι προβλέπεται μεταφορά τεχνογνωσίας σε ελληνικές εταιρείες, προκειμένου να αναπτυχθεί ελληνικό λογισμικό για το κεντρικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου.
Τόσο ο ελληνικός κώδικας όσο και οι μελλοντικές αλλαγές του θα παραμένουν υπό ελληνικό έλεγχο. Πρόκειται για το λογισμικό διασύνδεσης των SPYDER, BARAK MX, David’s Sling και των υπόλοιπων μέσων, όχι για παράδοση του ιδιόκτητου πηγαίου κώδικα καθενός από τα επιμέρους ισραηλινά οπλικά συστήματα.
Η μετάβαση από τους S-300 στη νέα αρχιτεκτονική
Η αλλαγή αυτή συνεπάγεται σταδιακά και την απόσυρση μέρους της υφιστάμενης δομής αεράμυνας. Ο Νίκος Δένδιας έχει περιγράψει τους S-300 ως «απερχόμενο τμήμα» του ελληνικού οπλοστασίου.
Επιδίωξη είναι η αντικατάσταση παλαιότερων συστημάτων διαφορετικής προέλευσης από μια πιο ομοιογενή και, κυρίως, πλήρως διασυνδεδεμένη αρχιτεκτονική.
Η προσέγγιση αυτή διαφοροποιείται ουσιαστικά από εκείνη του παρελθόντος. Στη θέση ανεξάρτητων συστοιχιών, καθεμία από τις οποίες διαθέτει δικό της ραντάρ και λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό αυτόνομα, η Ελλάδα στρέφεται σε ένα «system of systems». Σε αυτό, ραντάρ, πλοία, αεροσκάφη, επίγεια συστήματα και κέντρα διοίκησης θα ανταλλάσσουν διαρκώς δεδομένα.
Η ευρύτερη αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση αντίστοιχης ισραηλινής τεχνολογίας από την Κύπρο, προσφέρει επιπλέον δυνατότητες συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ωστόσο, η συμφωνία της 31ης Αυγούστου για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί συγκεκριμένα διακρατική συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ, ενώ το ελληνικό δίκτυο διοίκησης διατηρεί τον εθνικό χαρακτήρα του.
Το χρονοδιάγραμμα της Ασπίδας του Αχιλλέα
Το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης έχει πλέον καθοριστεί. Σύμφωνα με όσα έχει ανακοινώσει ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, το σύνολο του συστήματος θα καταστεί πλήρως επιχειρησιακό 35 μήνες μετά την έγκριση του Ιουλίου 2026, ενώ οι παραδόσεις θα γίνονται σταδιακά.
Με αυτά τα δεδομένα, η ολοκλήρωση υπολογίζεται περίπου για το καλοκαίρι του 2029. Στο διάστημα που μεσολαβεί, η Ελλάδα θα εντάσσει σταδιακά στο ενιαίο σύστημα νέους αισθητήρες, ραντάρ, εκτοξευτές και λογισμικό.
Αυτό είναι και το χαρακτηριστικό που δίνει στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» σημασία μεγαλύτερη από εκείνη μιας ακόμη μεγάλης εξοπλιστικής προμήθειας. Η Ελλάδα δεν αποκτά απλώς τρεις νέους τύπους αντιαεροπορικών πυραύλων, αλλά δημιουργεί για πρώτη φορά ένα ενιαίο ψηφιακό δίκτυο αεράμυνας.
Στο δίκτυο αυτό, το μέσο που εντοπίζει μια απειλή δεν θα είναι απαραίτητα εκείνο που θα προχωρά στην αναχαίτισή της. Όταν το σύστημα αποκτήσει την πλήρη επιχειρησιακή του μορφή, η παρακολούθηση του Αιγαίου και μεγάλου τμήματος της Ανατολικής Μεσογείου θα γίνεται με εντελώς διαφορετικό τρόπο σε σχέση με σήμερα.
Ακολουθήστε το carsnews.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ


