Αττική: Η άγνωστη αρχαία λίμνη από την οποία περνούν καθημερινά χιλιάδες οδηγοί
STORIES
Βρίσκεται σε απόσταση λίγων μόλις χιλιομέτρων από το κέντρο της Αθήνας, έχει ιστορία που ξεπερνά τα 2.000 χρόνια και συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους, αλλά λιγότερο γνωστούς, υγροτόπους της Αττικής. Χιλιάδες οδηγοί περνούν καθημερινά δίπλα της, κινούμενοι στην Εθνική Οδό Αθηνών–Κορίνθου. Ωστόσο, οι περισσότεροι είτε δεν την παρατηρούν είτε δεν γνωρίζουν ότι η μικρή υδάτινη έκταση ανάμεσα στον δρόμο, τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις και τους πρόποδες του Αιγάλεω αποτελεί έναν τόπο με ιδιαίτερη ιστορική και περιβαλλοντική αξία.
Πρόκειται για τη λίμνη Κουμουνδούρου, έναν από τους τελευταίους φυσικούς υγροτόπους που διατηρούνται στο δυτικό λεκανοπέδιο. Βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του κόλπου της Ελευσίνας, κοντά στον Σκαραμαγκά, διοικητικά εντός των ορίων του Δήμου Ασπροπύργου και πολύ κοντά στα όρια με τον Δήμο Χαϊδαρίου. Η θέση της δίπλα σε έναν από τους πιο πολυσύχναστους οδικούς άξονες της χώρας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν είναι ιδιαίτερα προβεβλημένη ούτε εύκολα προσβάσιμη στο κοινό, της έχει προσδώσει ανεπίσημα τον χαρακτηρισμό «λίμνη-φάντασμα».
Η ονομασία αυτή δεν είναι επίσημη, αλλά αποτελεί έναν δημοσιογραφικό τρόπο περιγραφής ενός τοπίου που βλέπουν πολλοί, γνωρίζουν όμως ελάχιστοι.
Η αρχαία λίμνη των Ρειτών
Η λίμνη Κουμουνδούρου δεν είναι μια τυχαία εδαφική κοιλότητα που συγκέντρωσε νερό. Σύμφωνα με το Υπουργείο Πολιτισμού, έχει επιφάνεια περίπου 188 στρεμμάτων και ταυτίζεται με τη νότια και μεγαλύτερη από τις δύο αρχαίες λίμνες των Ρειτών. Οι δύο λίμνες σχηματίζονταν από τα νερά πηγών που κατέβαιναν από τις δυτικές πλαγιές του όρους Αιγάλεω.
Κατά την επικρατέστερη εκδοχή, στην κλασική αρχαιότητα κατασκευάστηκαν αναχώματα και τεχνικά έργα, τα οποία περιόρισαν την ελεύθερη εκροή των υδάτων προς τον κόλπο της Ελευσίνας και συνέβαλαν στη διαμόρφωση των δύο λιμνών. Τα έργα αυτά δεν εξυπηρετούσαν μόνο υδρολογικούς σκοπούς. Πάνω από τις εκροές δημιουργήθηκαν περάσματα, διευκολύνοντας την κίνηση πεζών, αμαξών και ταξιδιωτών στην αρχαία οδό που συνέδεε την Αθήνα με την Ελευσίνα.
Η ονομασία «Ρειτοί» προερχόταν από το ρήμα «ρέω» και συνδεόταν με τα νερά των πηγών, τα οποία ανέβλυζαν και κατευθύνονταν προς τη θάλασσα. Η σημερινή λίμνη αποτελεί ουσιαστικά το μοναδικό σωζόμενο τμήμα αυτού του αρχαίου υδάτινου συστήματος.
Οι ιερές λίμνες της Δήμητρας και της Περσεφόνης
Οι Ρειτοί είχαν ιδιαίτερη θρησκευτική σημασία, καθώς βρίσκονταν πάνω στην Ιερά Οδό, τη διαδρομή που ακολουθούσε η πομπή των Μεγάλων Ελευσινίων Μυστηρίων. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές και, κυρίως, την περιγραφή του Παυσανία, η μία λίμνη ήταν αφιερωμένη στη θεά Δήμητρα και η άλλη στην κόρη της, Περσεφόνη.
Η αλιεία στα νερά τους δεν ήταν ελεύθερη, καθώς δικαίωμα να ψαρεύουν είχαν μόνο οι ιερείς της Ελευσίνας. Από την περιοχή της σημερινής λίμνης περνούσαν οι συμμετέχοντες στην ιερή πομπή, μεταφέροντας τα ιερά αντικείμενα από την Ελευσίνα προς την Αθήνα και αντίστροφα.
Νότια της λίμνης, στη βόρεια πλαγιά του λόφου της Ηχούς, η αρχαιολογική έρευνα έχει αποκαλύψει τμήμα του αναλήμματος ενός δευτερεύοντος, ορεινού κλάδου της αρχαίας Ιεράς Οδού. Έρευνες έχουν επίσης εντοπίσει κατάλοιπα μεγάλου τοίχου μέσα ή κοντά στη λίμνη, τα οποία έχουν συνδεθεί με το αρχαίο φράγμα που συγκρατούσε τα νερά.
Τι απέγινε η δεύτερη λίμνη
Η δεύτερη λίμνη των Ρειτών, γνωστή και ως Κεφαλάρι, δεν υπάρχει πλέον. Η περιοχή αποστραγγίστηκε και επιχωματώθηκε σταδιακά, κυρίως κατά τη μεταπολεμική περίοδο, όταν το Θριάσιο Πεδίο και η ζώνη του Σκαραμαγκά άρχισαν να εξελίσσονται σε σημαντικό βιομηχανικό και μεταφορικό κόμβο.
Μαρτυρίες κατοίκων αναφέρουν ότι ίχνη και των δύο λιμνών παρέμεναν ορατά έως τη δεκαετία του 1950. Η επέκταση των βιομηχανικών δραστηριοτήτων, η κατασκευή δρόμων και οι επιχωματώσεις μεταμόρφωσαν οριστικά τη μορφολογία της περιοχής. Έτσι, η λίμνη Κουμουνδούρου αποτελεί σήμερα την τελευταία ορατή υπενθύμιση ενός τοπίου που υπήρχε στην είσοδο του Θριασίου επί χιλιάδες χρόνια.
Γιατί το νερό της είναι υφάλμυρο
Η λίμνη βρίσκεται σχεδόν στο επίπεδο της θάλασσας και σε πολύ μικρή απόσταση από τον κόλπο της Ελευσίνας. Παρότι σήμερα παρεμβάλλονται η Εθνική Οδός και άλλα τεχνικά έργα, εξακολουθεί να υπάρχει επικοινωνία με το θαλάσσιο και το υπόγειο υδάτινο σύστημα.
Γι’ αυτό το νερό της είναι υφάλμυρο, καθώς συνδυάζει γλυκό νερό από τις πηγές και τον υπόγειο υδροφορέα με θαλασσινό νερό. Ουσιαστικά, η λίμνη λειτουργεί ως μικρή παράκτια λιμνοθάλασσα, με σχετικά μικρό βάθος και ιδιαίτερα ευαίσθητη υδρολογική ισορροπία.
Η γεωλογική σύσταση της περιοχής και η υπόγεια κυκλοφορία των υδάτων καθιστούν τον υγρότοπο ιδιαίτερα ευάλωτο. Ρυπαντικές ουσίες που καταλήγουν στο έδαφος της ευρύτερης βιομηχανικής ζώνης μπορούν, μέσω του υπόγειου υδροφορέα, να φτάσουν στη λίμνη.
Ένας υγρότοπος με δεκάδες είδη πουλιών
Παρά τις πιέσεις που έχει δεχθεί, η λίμνη εξακολουθεί να φιλοξενεί σημαντική πανίδα. Επιστημονικές καταγραφές κάνουν λόγο για περίπου 50 είδη πτηνών, πολλά από τα οποία είναι μεταναστευτικά. Στην περιοχή έχουν παρατηρηθεί πάπιες, κύκνοι, κορμοράνοι, ερωδιοί, φαλαρίδες, γλάροι και άλλα υδρόβια ή παρυδάτια πουλιά.
Στα νερά της ζουν επίσης οργανισμοί όπως κέφαλοι και χέλια, ενώ η βλάστηση γύρω από τις όχθες προσφέρει καταφύγιο και τροφή σε πολλά είδη. Η αξία της λίμνης είναι ακόμη μεγαλύτερη, αν συνυπολογιστεί ότι βρίσκεται σε μία από τις πιο επιβαρυμένες βιομηχανικές και συγκοινωνιακές περιοχές της Αττικής.
Πρόκειται για έναν μικρό αλλά ζωτικό θύλακα βιοποικιλότητας, ανάμεσα σε δρόμους, εγκαταστάσεις αποθήκευσης, βιομηχανίες και λιμενικές δραστηριότητες. Επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2022 χαρακτήρισε το ίζημα του υγροτόπου έντονα επιβαρυμένο, επιβεβαιώνοντας ότι η οικολογική αποκατάσταση δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν απλό καθαρισμό των ακτών.
Απαιτείται διαρκής έλεγχος των υπόγειων νερών, των ρυπαντικών φορτίων και των δραστηριοτήτων στην ευρύτερη περιοχή. Παράλληλα, παλαιότερες έρευνες έχουν καταγράψει κατά περιόδους βελτίωση της ποιότητας του νερού και αύξηση της παρουσίας υδρόβιων πτηνών.
Προστατεύεται από το 1974
Η λίμνη Κουμουνδούρου έχει χαρακτηριστεί ιστορικός τόπος από το 1974, με ζώνη προστασίας πλάτους 50 μέτρων γύρω της. Η ευρύτερη περιοχή του όρους Αιγάλεω προστατεύεται επίσης ως Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους, βάσει κηρύξεων του 1968 και του 1969.
Παράλληλα, η λίμνη βρίσκεται εντός της ζώνης Ζ1 του Αιγάλεω, η οποία έχει καθοριστεί ως περιοχή περιαστικού πάρκου με λειτουργίες αναψυχής και περιβαλλοντικής ενημέρωσης. Στο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας–Αττικής περιλαμβάνεται επίσης στην πολιτιστική και φυσιογνωστική διαδρομή που ξεκινά από τον Κεραμεικό και, μέσω της Ιεράς Οδού, καταλήγει στην Ελευσίνα.
Η θεσμική προστασία της, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι έχουν εξαλειφθεί τα προβλήματα. Η γειτνίαση με βαριά βιομηχανία, δεξαμενές καυσίμων, οδικές υποδομές και παλαιές επιχωματώσεις εξακολουθεί να δημιουργεί πιέσεις. Για τον λόγο αυτόν, επιστημονικοί φορείς και περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν ζητήσει επανειλημμένα συστηματική παρακολούθηση και ολοκληρωμένο σχέδιο διαχείρισης.
Τι ισχύει σήμερα
Μέχρι τον Αύγουστο του 2026 δεν έχει ανακοινωθεί η ολοκλήρωση μιας συνολικής αποκατάστασης που θα έχει μετατρέψει τη λίμνη σε οργανωμένο και ελεύθερα επισκέψιμο περιβαλλοντικό πάρκο. Η Περιφέρεια Αττικής εξακολουθεί, πάντως, να περιλαμβάνει τον υγρότοπο στις ενεργές παρεμβάσεις δημόσιας υγείας.
Στο τριετές πρόγραμμα 2024–2026 πραγματοποιούνται εφαρμογές προνυμφοκτονίας, ακόμη και με drones, για τον έλεγχο των κουνουπιών. Παράλληλα, η λίμνη εξακολουθεί να εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό για τη σύνδεση και την ανάδειξη των μνημείων της Ιεράς Οδού και των αρχαιολογικών χώρων ανάμεσα στην Αθήνα και την Ελευσίνα.
Το ζητούμενο παραμένει η ουσιαστική σύνδεση της αρχαιολογικής προστασίας με την περιβαλλοντική αποκατάσταση και την ελεγχόμενη απόδοση του χώρου στους πολίτες. Η άμεση πρόσβαση δεν είναι αυτονόητη, καθώς τμήματα της περιοχής συνδέονται με στρατιωτικές εγκαταστάσεις και ισχύουν περιορισμοί ασφαλείας.
Σε κάθε περίπτωση, οι οδηγοί δεν πρέπει να σταματούν στη Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης ή στην άκρη της Εθνικής Οδού για να φωτογραφίσουν τη λίμνη. Η ΛΕΑ προορίζεται αποκλειστικά για πραγματικές καταστάσεις ανάγκης και μια τέτοια στάση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη και παράνομη.
Πώς πήρε το σημερινό της όνομα
Για τη σύγχρονη ονομασία «Κουμουνδούρου» υπάρχουν δύο βασικές εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη, προέρχεται από οικογένεια γαιοκτημόνων που διέθετε εκτάσεις στην περιοχή κατά τον 19ο αιώνα. Η δεύτερη συνδέει την ονομασία με τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, έναν από τους σημαντικότερους πρωθυπουργούς της Ελλάδας τον 19ο αιώνα.
Κατά την περίοδο της πολιτικής του δράσης πραγματοποιήθηκαν έργα οδοποιίας και επιχωμάτωσης ανάμεσα στη λίμνη και στην ακτή του Σκαραμαγκά. Όποια από τις δύο εκδοχές κι αν ισχύει, η σημερινή ονομασία δεν μπορεί να αποτυπώσει την πολύ παλαιότερη ταυτότητα του τόπου.
Πίσω από τη μικρή λίμνη που διακρίνεται φευγαλέα από τα παράθυρα των αυτοκινήτων κρύβονται οι αρχαίοι Ρειτοί, η Ιερά Οδός, τα Ελευσίνια Μυστήρια και ένας πολύτιμος υγρότοπος που εξακολουθεί να επιβιώνει στην πιο βιομηχανοποιημένη πλευρά της Αττικής.
Η λίμνη Κουμουνδούρου δεν είναι, τελικά, μια «άγνωστη λακκούβα με νερό» δίπλα στην Εθνική Οδό. Είναι ένα σπάνιο σημείο όπου συναντώνται η ιστορία, η αρχαιολογία, το περιβάλλον και η σύγχρονη ανάπτυξη, υπενθυμίζοντας ότι πολλές φορές τα σημαντικότερα μνημεία της Αττικής βρίσκονται ακριβώς μπροστά στα μάτια μας.
