Ο δισεκατομμυριούχος που γιορτάζει την άνοδο της ακροδεξιάς MIRROR
20 Σεπτεμβρίου, 2026 21:16 — του ΤΑΚΗ ΤΡΑΚΟΥΣΕΛΛΗ
Η νέα ισχυρή άνοδος του AfD, η ιστορική υποχώρηση της CDU του Φρίντριχ Μερτς και ο ιδιαίτερος ρόλος του δισεκατομμυριούχου διαμορφώνουν ένα νέο πολιτικό τοπίο στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.
Η Γερμανία δεν αντιμετωπίζει πλέον ένα μεμονωμένο εκλογικό μήνυμα από τα ανατολικά της χώρας. Οι κάλπες των τελευταίων εβδομάδων αποτυπώνουν μια ευρύτερη μετακίνηση ψηφοφόρων, που ασκεί πίεση στα παραδοσιακά κόμματα και κυρίως στους Χριστιανοδημοκράτες του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς.
Στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, το AfD αναδείχθηκε πρώτο με περίπου 37%, έναντι 35,5% των Σοσιαλδημοκρατών. Η CDU του Μερτς υποχώρησε κοντά στο 5,5%. Εφόσον το ποσοστό αυτό επιβεβαιωθεί στα τελικά αποτελέσματα, θα πρόκειται για τη χειρότερη επίδοσή της σε εκλογές γερμανικού κρατιδίου από το 1949.
Διαφορετική, αλλά εξίσου δύσκολη για την παραδοσιακή πολιτική ισορροπία, ήταν η εικόνα στο Βερολίνο. Η Αριστερά κατέλαβε την πρώτη θέση με περίπου 24,5%, η CDU κινήθηκε γύρω στο 20% και το AfD πλησίασε το 16%, από 9,1% στις προηγούμενες εκλογές. Τα αποτελέσματα αυτά ήρθαν μόλις δύο εβδομάδες μετά τις εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου το AfD έλαβε 43,8%, έναντι μόλις 17,2% της CDU, εξασφαλίζοντας 39 από τις 83 έδρες και φτάνοντας κοντά στην απόλυτη πλειοψηφία.
Ο Μερτς περιέγραψε ο ίδιος το αποτέλεσμα της Κυριακής ως «καταστροφή», διευκρινίζοντας ωστόσο ότι δεν σκοπεύει να αποχωρήσει από την καγκελαρία ούτε να εγκαταλείψει τη μεταρρυθμιστική του ατζέντα. Ήδη οκτώ πρωθυπουργοί κρατιδίων της CDU έχουν εκφράσει δημόσια τη στήριξή τους προς το πρόσωπό του. Η στάση τους του εξασφαλίζει πολιτικό χρόνο, χωρίς να εξαλείφει την πίεση από τις διαδοχικές εκλογικές απώλειες.
Η άνοδος του AfD και το οικονομικό υπόβαθρο της πολιτικής οργής
Η απόδοση αυτής της μετακίνησης αποκλειστικά στο μεταναστευτικό θα ήταν η εύκολη εξήγηση. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη. Το κόστος ζωής, η ενέργεια, οι τιμές των καυσίμων, η αβεβαιότητα για τις θέσεις εργασίας και οι πιέσεις στη γερμανική βιομηχανία επανέρχονται σταθερά στις βασικές ανησυχίες των ψηφοφόρων. Το ίδιο ισχύει για την αίσθηση ότι το οικονομικό μοντέλο που ανέδειξε τη χώρα σε βιομηχανική υπερδύναμη δεν αποδίδει πια με την ίδια αποτελεσματικότητα.
Όπως κατέγραψε το Reuters, ειδικά στο Μεκλεμβούργο, οι αυξημένες τιμές της ενέργειας και το κόστος ζωής κυριάρχησαν στην προεκλογική συζήτηση. Μόλις σήμερα, το γερμανικό οικονομικό ινστιτούτο IW αναθεώρησε ανοδικά την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη του 2026, κοντά στο 1,2%. Παράλληλα, όμως, προειδοποίησε για υψηλό ενεργειακό κόστος, περιορισμένες ιδιωτικές επενδύσεις, απώλειες θέσεων εργασίας και πληθωρισμό άνω του 2,5%, παράγοντες που συμπιέζουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Η αβεβαιότητα αυτή αποτυπώνεται πιο έντονα στην αυτοκινητοβιομηχανία. Η Volkswagen περνά τη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση της ιστορίας της, με δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας στο επίκεντρο των σχεδίων περικοπών. Η Bosch προγραμματίζει έως 13.000 περικοπές στον τομέα αυτοκινήτου, ενώ οι Porsche, Mercedes-Benz και BMW βρίσκονται επίσης αντιμέτωπες με τις επιπτώσεις του υψηλού κόστους παραγωγής, του ανταγωνισμού από την Κίνα και των μεγάλων τεχνολογικών αλλαγών στην αγορά.
Στην πρώην Ανατολική Γερμανία, το ζήτημα έχει ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό βάρος. Οι αποκλίσεις στους μισθούς και στην απασχόληση έχουν περιοριστεί αισθητά μετά την επανένωση. Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε το Reuters, η μέση καθαρή περιουσία των νοικοκυριών στην Ανατολή εξακολουθεί να αντιστοιχεί περίπου στο μισό εκείνης των νοικοκυριών στη Δυτική Γερμανία. Χαμηλότερες είναι επίσης οι επενδύσεις ανά εργαζόμενο που πραγματοποιούν οι επιχειρήσεις της Ανατολής.
Ένας οικονομικός δείκτης δεν αρκεί για να ερμηνεύσει μια πολιτική ψήφο. Φωτίζει, ωστόσο, τις συνθήκες μέσα στις οποίες βρίσκουν ανταπόκριση κόμματα που υπόσχονται μια ριζικά διαφορετική πορεία. Ανάμεσα στις θέσεις που προβάλλει το AfD είναι η αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, η επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία στον ενεργειακό τομέα και μια πολύ διαφορετική στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ.
Οι θέσεις αυτές εξακολουθούν να προκαλούν βαθιές συγκρούσεις στο γερμανικό πολιτικό σύστημα και συγκαταλέγονται στους βασικούς λόγους για τους οποίους τα υπόλοιπα μεγάλα κόμματα αποκλείουν μέχρι σήμερα το ενδεχόμενο συνεργασίας με το AfD.
Την ίδια στιγμή, το αποτέλεσμα στο Βερολίνο καταδεικνύει ότι η δυσαρέσκεια δεν κατευθύνεται μόνο προς τα δεξιά. Στην πόλη, όπου η στεγαστική κρίση και η μεγάλη άνοδος των ενοικίων βρέθηκαν στο επίκεντρο της προεκλογικής περιόδου, πρώτη δύναμη αναδεικνύεται η Αριστερά. Πρόκειται για σημαντική ένδειξη ότι η πίεση στο παραδοσιακό πολιτικό κέντρο εκδηλώνεται με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με την περιοχή και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ψηφοφόροι.
Ο ρόλος του Έλον Μασκ
Υπάρχει, ωστόσο, ένας ακόμη παράγοντας που διαφοροποιεί την περίπτωση του AfD από μια συνηθισμένη άνοδο ευρωπαϊκού κόμματος: ένας από τους ισχυρότερους επιχειρηματίες στον κόσμο έχει επιλέξει εδώ και καιρό να το υποστηρίζει ανοιχτά.
Ο Έλον Μασκ δεν απέκρυψε ποτέ τη θέση του. Τον Δεκέμβριο του 2024 έγραψε στο Χ ότι «μόνο το AfD μπορεί να σώσει τη Γερμανία». Τον Ιανουάριο του 2025 φιλοξένησε την Άλις Βάιντελ σε ζωντανή συζήτηση στην πλατφόρμα και προέτρεψε τους Γερμανούς να στηρίξουν το κόμμα. Λίγες ημέρες μετά, συμμετείχε μέσω βίντεο σε προεκλογική συγκέντρωση του AfD στη Χάλε, ενώπιον περίπου 4.500 ανθρώπων.
Όταν, στις 6 Σεπτεμβρίου, το AfD κατέγραψε τη μεγάλη εκλογική επιτυχία του στη Σαξονία-Άνχαλτ, ο Μασκ σχολίασε κάτω από ανάρτηση της Άλις Βάιντελ με δύο λέξεις: «Gut gemacht!» («Μπράβο»). Ο υποψήφιος του AfD Ούλριχ Ζίγκμουντ τον ευχαρίστησε δημόσια για τη στήριξη και αναφέρθηκε ακόμη και στην προοπτική «ισχυρής και εποικοδομητικής συνεργασίας», δηλώνοντας ότι επιθυμεί μια Γερμανία στην οποία θα αξίζει και πάλι να επενδύουν επιχειρηματίες.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται η ιδιαίτερη σημασία του θέματος για την αυτοκινητοβιομηχανία. Ο Μασκ δεν είναι απλώς ένας επιχειρηματίας που παρεμβαίνει από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η Tesla διατηρεί στο Grünheide, λίγο έξω από το Βερολίνο, τη μοναδική ευρωπαϊκή μονάδα παραγωγής αυτοκινήτων της. Εντός του 2026 ανακοίνωσε νέες προσλήψεις και ενίσχυση της παραγωγής, με περίπου 1.000 πρόσθετες θέσεις εργασίας και στόχο να αυξήσει την εβδομαδιαία παραγωγή της κατά περίπου 20%. Επομένως, οι πολιτικές παρεμβάσεις του ανθρώπου που ελέγχει μία από τις σημαντικότερες βιομηχανικές επενδύσεις της περιοχής δεν μπορούν να θεωρούνται απλώς μία ακόμη ανάρτηση στα social media.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο Μασκ «έφερε» ψήφους στο AfD. Δεν υπάρχει τεκμηριωμένη μέτρηση για τον αριθμό των ψηφοφόρων που επηρεάστηκαν από την προσωπική του στήριξη. Παράλληλα, μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια τεκμηριωμένη χρηματική δωρεά του προς το AfD, ενώ οι σχετικές έρευνες για την προβολή του κόμματος στο Χ δεν έχουν αποδείξει χειραγώγηση του αλγορίθμου υπέρ του. Εκείνο που έχει επιβεβαιωθεί είναι ότι το AfD απέκτησε έναν υποστηρικτή με διεθνή αναγνωρισιμότητα, τεράστια προσωπική πλατφόρμα επικοινωνίας, οικονομική ισχύ και άμεση επιχειρηματική παρουσία στη Γερμανία.
Η χρονική συγκυρία είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Ενώ η παραδοσιακή γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία μειώνει τις θέσεις εργασίας και αναζητεί ένα νέο μοντέλο επιβίωσης, ο ιδιοκτήτης της Tesla διευρύνει τη δική του παραγωγή στη Γερμανία. Ταυτόχρονα, επιλέγει να στηρίξει δημόσια το κόμμα που πλέον βρίσκεται μπροστά σε αρκετές πανγερμανικές δημοσκοπήσεις. Σύμφωνα με το Reuters, πριν από τις σημερινές εκλογές, το AfD συγκέντρωνε πανεθνικά ποσοστά μεταξύ 27% και 29%, έναντι 18%-20% της CDU.
Το πολιτικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι πια αν το AfD παραμένει μια περιφερειακή δύναμη διαμαρτυρίας. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η εκλογική του βάση έχει διευρυνθεί σημαντικά. Πλέον, το ζητούμενο είναι αν και με ποιον τρόπο αυτή η εκλογική ισχύς θα μπορούσε κάποτε να μετατραπεί σε κυβερνητική εξουσία, όσο το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα διατηρεί το «τείχος» μη συνεργασίας.
Για τον Φρίντριχ Μερτς, η πρόκληση είναι εξίσου συγκεκριμένη. Πρέπει να διαχειριστεί ταυτόχρονα την οικονομική δυσφορία, την κρίση ανταγωνιστικότητας της γερμανικής βιομηχανίας, το μεταναστευτικό, την ενεργειακή ανασφάλεια και τη φθίνουσα εμπιστοσύνη προς τα παραδοσιακά κόμματα. Οι κάλπες της 20ής Σεπτεμβρίου δεν δίνουν απάντηση στο ποια πολιτική λύση θα επικρατήσει στη Γερμανία. Αποτυπώνουν, όμως, με σαφήνεια ότι το πολιτικό τοπίο της χώρας έχει ήδη μεταβληθεί. Και ο Έλον Μασκ έχει δηλώσει δημόσια σε ποια πλευρά αυτής της αλλαγής επιθυμεί να βρίσκεται.
Ακολουθήστε το newsauto.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ


