Υπάρχουν χώρες που αγοράζουν όπλα και χώρες που τα εξάγουν. Η Τουρκία, με σταθερή επιμονή εδώ και δύο δεκαετίες, επέλεξε τη δεύτερη διαδρομή και σήμερα αποτιμά τα αποτελέσματα αυτής της επιλογής με μεγέθη που ξεχωρίζουν. Οι εξαγωγές αμυντικού εξοπλισμού, οι οποίες το 2002 δεν ξεπερνούσαν τα 248 εκατομμύρια δολάρια, ξεπέρασαν για πρώτη φορά το 1 δισ. δολάρια το 2011 και έφτασαν τα 7,15 δισ. δολάρια το 2024. Την ίδια ώρα, ο αριθμός των αμυντικών προγραμμάτων που βρίσκονται σε εξέλιξη αυξήθηκε από 62 το 2002 σε περισσότερα από 1.300 σήμερα.
Το 2025, οι εξαγωγές ανήλθαν σε 8,5 δισ. δολάρια, επιβεβαιώνοντας ότι ο κλάδος κινείται με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης κοντά στο 30% για πέντε διαδοχικά χρόνια. Αντίστοιχη εικόνα εμφανίζουν και τα στοιχεία για φέτος. Από μια χώρα που εξαρτιόταν κατά 80% από ξένα οπλικά συστήματα, η Τουρκία κατάφερε να περιορίσει αυτή την εξάρτηση κάτω από το 20%. Η μεταβολή αυτή δεν προέκυψε τυχαία, αλλά μέσα από πολυετή συνεκτική κρατική στρατηγική, σημαντικές χρηματοδοτήσεις και μια αμυντική βιομηχανία που δοκιμάστηκε σε πεδία μαχών και επέστρεψε με περισσότερη τεχνολογία και εμπειρία.
Τα πέντε «βαριά» ονόματα
Πέντε τουρκικές εταιρείες —η Baykar, η ASELSAN, η TAI, η Roketsan και η MKE— περιλαμβάνονται σήμερα στις 100 μεγαλύτερες αμυντικές επιχειρήσεις διεθνώς, σύμφωνα με το Στοκχόλμη Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών Ειρήνης (SIPRI). Τα συνολικά τους έσοδα έφτασαν τα 10,1 δισ. δολάρια το 2024, σημειώνοντας αύξηση 11% σε ετήσια βάση.
Η Baykar παραμένει βασικός μοχλός του κλάδου. Το 2024 εξήγαγε εξοπλισμό αξίας 1,8 δισ. δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί στο 90% των συνολικών της εσόδων και στο 25% των εξαγωγών ολόκληρης της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας. Τα Bayraktar TB2 έγιναν ευρύτερα γνωστά διεθνώς από τη χρήση τους στον πόλεμο της Ουκρανίας, καθώς και σε επιχειρήσεις στο Αζερμπαϊτζάν και τη Βόρεια Αφρική. Η τιμή τους, περίπου 5 εκατ. δολάρια έναντι 30 εκατ. δολαρίων για ένα αμερικανικό Reaper, τα καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικά για χώρες που αναζητούν μαχητικές δυνατότητες χωρίς το κόστος δυτικών συστημάτων.
Η ASELSAN, που κατατάσσεται 47η παγκοσμίως με έσοδα 3,47 δισ. δολαρίων, κατέγραψε αύξηση εξαγωγών 65% το 2024, με τις πωλήσεις εξοπλισμού να αντιστοιχούν στο 95% των συνολικών της εσόδων. Ενδεικτικά του μεγέθους, ορισμένες χώρες, όπως η Νέα Ζηλανδία, η Νιγηρία και η Ιορδανία, διαθέτουν μικρότερο αμυντικό προϋπολογισμό από τα ετήσια έσοδα μόνο της ASELSAN.
Drone carrier, άρμα μάχης και μαχητικό 5ης γενιάς
Το 2025 καταγράφηκε μια σειρά από επιχειρησιακά ορόσημα. Το Bayraktar TB3, το πρώτο drone στην ιστορία της αεροπορίας με δυνατότητα πλήρως αυτόνομης απογείωσης και προσγείωσης σε πλοίο με κοντό κατάστρωμα, εντάχθηκε σε επιχειρησιακή υπηρεσία. Τον Οκτώβριο παραδόθηκαν στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις τα πρώτα άρματα μάχης Altay εγχώριας ανάπτυξης, ενώ άρχισε η σειριακή παραγωγή τους σε νέες εγκαταστάσεις.
Την ίδια περίοδο, υπογράφηκε σύμβαση με την Ινδονησία για 48 μαχητικά αεροσκάφη Kaan 5ης γενιάς. Η ASELSAN ανακοίνωσε επίσης συμφωνία με την Πολωνία, ύψους 410 εκατ. δολαρίων, για συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, ενώ η TAI εξασφάλισε σύμβαση με την Ισπανία άνω των 3 δισ. δολαρίων για τριάντα εκπαιδευτικά και ελαφριά μαχητικά Hürjet. Αξιοσημείωτο είναι ότι η Ισπανία αποτελεί πλήρες μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ — και αγοράζει τουρκικά όπλα.
Ο Ερντογάν ως διευθυντής εξαγωγών
Δεν υπάρχει άλλος αρχηγός κράτους στον κόσμο που να εμφανίζεται τόσο ξεκάθαρα στον ρόλο του προωθητή αμυντικού εξοπλισμού. Ο Ερντογάν προβάλλει προσωπικά τα drones της Baykar σε κάθε επίσκεψή του στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να κλείνονται με αυτόν τον τρόπο συμφωνίες εκατομμυρίων. Η σχέση ανάμεσα στο Προεδρικό Μέγαρο και την Baykar δεν είναι μόνο ιδεολογική: ο διευθύνων σύμβουλος Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ είναι γαμπρός του Ερντογάν.
Η γεωπολιτική διάσταση και η ελληνική πλευρά
Έως τον Φεβρουάριο του 2025, η Τουρκία κατείχε το 65% της παγκόσμιας αγοράς εξαγωγών UAV, αφήνοντας πίσω τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και την Κίνα. Τα τουρκικά οπλικά συστήματα προσελκύουν κυρίως κράτη που δεν θέλουν να εξαρτώνται από δυτικές πλατφόρμες, οι οποίες συνοδεύονται από γνωστούς πολιτικούς περιορισμούς στη χρήση τους.
Η Τουρκία, κατά κανόνα, δεν επιβάλλει αντίστοιχους όρους. Παράλληλα, ο συνδυασμός ανταγωνιστικής τιμής, αποδεδειγμένης επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας και δυνατοτήτων κοινοπαραγωγής καθιστά την πρότασή της ιδιαίτερα ελκυστική στη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ασία.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή έχει σαφή γεωστρατηγική σημασία. Η Τουρκία επιδιώκει να περάσει από τον ρόλο μιας περιφερειακής δύναμης παράκτιας προβολής ισχύος σε ναυτική δύναμη με παρουσία σε πολλαπλά θέατρα, αεροναυτικές δυνατότητες και στρατηγική αυτονομία.
Η επιβεβαιωμένη αποτελεσματικότητα των πλατφορμών Bayraktar TB2 και Akinci σε διαφορετικά μέτωπα ήταν ο παράγοντας που οδήγησε την Αθήνα σε δαπανηρές αγορές από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, με στόχο την αντιμετώπιση του τεχνολογικού χάσματος.
Η οικονομική λογική πίσω από την ισχύ
Η αμυντική βιομηχανία δεν λειτουργεί μόνο ως στρατιωτική ασπίδα, αλλά και ως σημαντική οικονομική στήριξη. Η μέση εξαγωγική αξία ανά κιλό αμυντικού προϊόντος φτάνει τα 67 δολάρια, έναντι 1,50 δολαρίου για τις υπόλοιπες τουρκικές εξαγωγές, ενώ σε ορισμένα προϊόντα η αξία ανέρχεται από 20.000 έως 50.000 δολάρια ανά κιλό.
Με άλλα λόγια, κάθε τόνος τουρκικού στρατιωτικού εξοπλισμού που αναχωρεί από ένα λιμάνι αποτιμάται δεκάδες φορές υψηλότερα από οποιοδήποτε άλλο προϊόν της τουρκικής παραγωγής.
Το συνολικό ύψος των δαπανών R&D στον αμυντικό τομέα για το 2025 ξεπέρασε τα 25 δισ. δολάρια, με τα μεγαλύτερα μερίδια να κατευθύνονται σε ASELSAN, Baykar, TAI και Roketsan.
Παρά τα σοβαρά προβλήματα της τουρκικής οικονομίας — τον υψηλό πληθωρισμό, την αποδυνάμωση της λίρας και τη νομισματική αστάθεια — ο αμυντικός κλάδος παραμένει πεδίο σταθερότητας και ανάπτυξης, χάρη στη χρηματοδότηση από εξαγωγικά έσοδα σε ξένο συνάλλαγμα.
Σε έναν κόσμο που επαναφέρει στο προσκήνιο τη σκληρή ισχύ, η Τουρκία γνωρίζει ήδη πόσο κοστίζει. Και πόσο αποδίδει.
