Σε λίγους μήνες συμπληρώνονται 60 χρόνια από την εποχή που, 10χρονος μαθητής, πήγαινα σχεδόν καθημερινά σε μια μικρή έκθεση αυτοκινήτων στην οδό Πανόρμου, στους Αμπελοκήπους, σχεδόν δίπλα στο σπίτι μου. Εκεί «ζαχάρωνα» ένα μικρό λευκό σεντάν, που πίστευα ότι ήταν στα… κυβικά μου. Ο ιδιοκτήτης της έκθεσης είχε κουραστεί να με βλέπει, ωστόσο έδειχνε υπομονή: με άφηνε να περιεργάζομαι το αυτοκίνητο και να κάθομαι στη θέση του οδηγού, μου είχε χαρίσει το διαφημιστικό φυλλάδιο και απαντούσε στωικά στις δεκάδες ερωτήσεις μου.
Δεν ήταν κάποιο σπορ μοντέλο, δεν διέθετε αγωνιστικές περγαμηνές, ούτε προερχόταν από κάποια διάσημη μάρκα. Ήταν το πρώτο Toyota Corolla, ένα μικρό δίθυρο επιβατικό, αρχικά τετραθέσιο, που με τον κωδικό Ε10 άνοιξε τον δρόμο για το πιο επιτυχημένο εμπορικά μοντέλο αυτοκινήτου στον κόσμο.

Με τον καιρό, ο «έρωτας» ξεθύμανε, οι επισκέψεις έπαψαν, ο άνθρωπος βρήκε την ησυχία του κι εγώ ανακάλυψα ότι υπήρχαν πολύ πιο ενδιαφέροντα μοντέλα για έναν νέο με κλίση στην οδήγηση. Πριν από λίγες ημέρες, ωστόσο, στο προαύλιο του μουσείου αυτοκινήτων Louwman, στη Χάγη της Ολλανδίας —το οποίο σας συνιστώ ανεπιφύλακτα αν βρεθείτε εκεί—, ξανασυνάντησα εκείνο το παλιό «φλερτ». Αφορμή ήταν η εκδήλωση που διοργάνωσαν οι άνθρωποι της πρώτης σε πωλήσεις αυτοκινητοβιομηχανίας στον κόσμο, γιορτάζοντας τα 60 χρόνια της Corolla.
Αυτή τη φορά, πάντως, δεν έμεινα μόνο στο… κοίταγμα. Κάθισα στη θέση του οδηγού του παιδικού μου απωθημένου και έκανα μια σύντομη βόλτα στους βρεγμένους δρόμους της Χάγης. Όχι για να διαπιστώσω αν επρόκειτο για κάποιο ξεχωριστό αυτοκίνητο ως προς την οδήγηση —δεν ήταν—, αλλά για να επιβεβαιώσω το «δεν σπάει, δεν χαλάει», το μότο πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε η αυτοκρατορία της Toyota.

Λίγο αργότερα πέρασα και στη δεύτερη γενιά, την ΚΕ25, που στην έκδοση 1.6 Levin, με τους Άχιμ Βάρμπολντ και Ούβε Άντερσον στο τιμόνι, πετούσε στα σκληρά ελληνικά χώματα των Ράλι Ακρόπολις του 1975–1976. Η αίσθηση ήταν και εδώ η ίδια: σαν να μην είχε περάσει ούτε μία ημέρα από την παραγωγή της. Στιβαρή, ελαφριά και ευέλικτη, με τιμόνι που έδινε την εντύπωση υδραυλικού και συμπλέκτη πούπουλο. Ακριβώς ό,τι χρειαζόταν εκείνη την εποχή ο μέσος χρήστης ενός επιβατικού αυτοκινήτου.
Στη Χάγη, όμως, δίπλα στην Corolla των παιδικών μου χρόνων, βρίσκονταν και οι επόμενες 11 γενιές. Σε διάστημα 60 ετών, οι συνολικές πωλήσεις τους παγκοσμίως έχουν ξεπεράσει τα 57 εκατομμύρια μονάδες, σε περισσότερες από 150 χώρες και αγορές, με τα 9,5 εκατομμύρια να έχουν διατεθεί σε Ευρωπαίους πελάτες. Σήμερα, το μοντέλο με τις περισσότερες πωλήσεις στην ιστορία της αυτοκίνησης —με δεύτερο το «φορτηγάκι» Ford F-Series, στα 41 εκατομμύρια— κατασκευάζεται σε 14 εργοστάσια, σε 11 χώρες του πλανήτη. Παράλληλα, διατηρεί τα χαρακτηριστικά που το συνόδευαν από την αρχή: ποιότητα, ευελιξία και άριστη σχέση αξίας/τιμής.
Η σημερινή υβριδική γκάμα Corolla συνδυάζει αποδοτικότητα, ασφάλεια και ψηφιακή συνδεσιμότητα. Αν και το μοντέλο ανανεωνόταν κάθε 4 έως 5 χρόνια, η 12η γενιά, που διατίθεται σήμερα στην αγορά, συμπληρώνει ήδη 8 χρόνια παρουσίας από την παρουσίασή της το 2019. Στη διαδρομή του, το Corolla έχει προσφερθεί με πολλούς τύπους αμαξώματος, από οικογενειακά sedan και hatchback μέχρι σπορ coupe και station wagon, ανταποκρινόμενο στις διαφορετικές ανάγκες οδηγών σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ξεχωριστή είναι και η πορεία του στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ράλι. Η αρχή έγινε στις «1.000 Λίμνες» του 1975, όπου ο αείμνηστος Χάνου Μίκολα έφερε την πρώτη νίκη για την Toyota με την Corolla 1.6 Levin (ΤΕ 27). Το 1999, η Corolla WRC (E 110) κατέκτησε τον τίτλο του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Κατασκευαστών.

Στην Ελλάδα, την εμπορική επιτυχία του μοντέλου, που απευθυνόταν κυρίως στον οικογενειάρχη της διπλανής πόρτας, διαδέχθηκαν οι διακρίσεις στον μηχανοκίνητο αθλητισμό. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν η παροιμιώδης αξιοπιστία, το λογικό κόστος αγοράς και ανταλλακτικών, αλλά και οι «σπορ» εκδόσεις: οι πισωκίνητες Corolla SL (κουπέ 2ης γενιάς), SR (κουπέ 3ης γενιάς), η «ονειρική» για την εποχή της ΑΕ 86 (κουπέ/λίφτμπακ 5ης γενιάς), καθώς και οι προσθιοκίνητες Ε 90, Ε 100 και Ε 110.
Ας δούμε, όμως, συνοπτικά τις γενιές που διαμόρφωσαν αυτό το εμπορικά επιτυχημένο μοντέλο. Η συμβολή του παραμένει σημαντική στη διατήρηση της Toyota στην πρώτη θέση των παγκόσμιων πωλήσεων αυτοκινήτων για 6η συνεχόμενη χρονιά, με 11,32 εκ. μονάδες. Στη 2η θέση βρίσκεται η VW με 8,98 εκ. και στην 3η η Hyundai με 7,4 εκ.
Λες και ήταν χθες
Η ιστορία του Corolla αρχίζει στις αρχές της δεκαετίας του 1960, σε μια περίοδο ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης για την Ιαπωνία. Η ανασυγκρότηση, η καινοτομία και η αυξανόμενη ευημερία χαρακτήριζαν την εποχή. Με τον πληθυσμό να ξεπερνά τα 100 εκατομμύρια, οι φιλοδοξίες των ανθρώπων διευρύνονταν, μαζί με την προθυμία τους να υιοθετήσουν νέες ιδέες και προϊόντα. Παράλληλα, η ανάπτυξη νέων οικιστικών περιοχών γύρω από τις πόλεις καθιστούσε το αυτοκίνητο όλο και πιο ελκυστικό, αλλά και αναγκαίο για πολλούς.
Η Toyota επιδίωξε να ανταποκριθεί σε αυτές τις ανάγκες με ένα αυτοκίνητο αξιόπιστο και πρακτικό, που θα συνδύαζε την άνεση και την ευχάριστη οδήγηση με τον σύγχρονο χαρακτήρα, την προηγμένη τεχνολογία και τον πλούσιο εξοπλισμό. Ενδεικτικό της σημασίας του νέου μοντέλου για την ιαπωνική μάρκα ήταν ότι κατασκεύασε ειδικά γι’ αυτό το εργοστάσιο Takaoka στην Toyota City.
Η παραγωγή γινόταν με αυστηρές διαδικασίες διασφάλισης ποιότητας: σε κάθε στάδιο της συναρμολόγησης, κάθε αυτοκίνητο έπρεπε να επιτυγχάνει βαθμολογία υψηλότερη από τον μέσο όρο αναφοράς. Επικεφαλής του εγχειρήματος ήταν ο Chief Engineer Tatsuo Hasegawa, ο οποίος ανέλαβε να μετατρέψει το όραμα της μάρκας σε πραγματικότητα. Έτσι δημιουργήθηκε το μοντέλο με τις περισσότερες πωλήσεις όλων των εποχών.
Εξήντα χρόνια αργότερα, στη Χάγη, βρέθηκε μαζί μας ο Norihiko Kobayashi, ο σημερινός υπεύθυνος του project Corolla, για να μας «ξεναγήσει» στην 60ετή ιστορία του μοντέλου.

Πρώτη γενιά: 1966-1970
Το πρώτο Corolla δημιουργήθηκε ως ένα «αυτοκίνητο για τον λαό», προσφέροντας, ωστόσο, περισσότερα από όσα διέθετε ένα συνηθισμένο, προσιτό αυτοκίνητο της εποχής. Η ιδέα διαμορφώθηκε το 1962 και το μοντέλο έκανε την εμφάνισή του στο Σαλόνι Αυτοκινήτου του Τόκιο το 1966. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία, ενώ η παραγωγή του ξεκίνησε στο νέο εργοστάσιο.
Το όνομα Corolla προέρχεται από τη λέξη που περιγράφει τη στεφάνη των πετάλων ενός λουλουδιού, η οποία θεωρείται το ομορφότερο τμήμα του. Κατά το λανσάρισμα του 1966, η γκάμα περιλάμβανε ένα δίθυρο sedan με κινητήρα 1,1 λίτρων, απόδοσης 60 DINhp. Το 1967 προστέθηκαν ένα τετράθυρο sedan και ένα station wagon, ενώ το 1968 ακολούθησε το σπορ Corolla Sprinter fastback coupe.
Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά του ήταν το χειροκίνητο κιβώτιο τεσσάρων σχέσεων με επιλογέα στο δάπεδο, για πρώτη φορά σε ιαπωνικό αυτοκίνητο, τα δισκόφρενα, τα ανεξάρτητα καθίσματα bucket, οι ζώνες ασφαλείας πολλαπλών σημείων και οι υαλοκαθαριστήρες δύο ταχυτήτων. Σε μόλις τρία χρόνια, το Corolla αναδείχθηκε σε best-seller στην Ιαπωνία.

Δεύτερη γενιά: 1970-1974
Η Toyota παρουσίασε τη 2η γενιά Corolla το 1970, σε μια περίοδο μεγάλης άνθησης για την ιαπωνική αγορά αυτοκινήτου. Την ίδια χρονιά, το μοντέλο συμπλήρωσε ένα εκατομμύριο πωλήσεις. Η νέα γενιά εξέφραζε τη φιλοσοφία Kaizen της μάρκας, δηλαδή τη συνεχή βελτίωση, δίνοντας έμφαση στην ασφάλεια, την άνεση και την πρακτικότητα.
Στην γκάμα προστέθηκε ένα δίθυρο coupe, ενώ έκανε την εμφάνισή του και το πρώτο σπορ μοντέλο, το Levin, με αμάξωμα full fastback. Το όνομα Levin παραπέμπει σε κεραυνό. Το μοντέλο εξοπλιζόταν με κινητήρα 1,6 λίτρων, με δύο εκκεντροφόρους επικεφαλής και απόδοση 115 DINhp.
Οι αλλαγές περιλάμβαναν αναβαθμισμένο σύστημα ανάρτησης, νέα συστήματα κίνησης και εμπρός καθίσματα με ψηλή πλάτη και ενσωματωμένα προσκέφαλα. Ήταν επίσης το πρώτο Corolla που προσέφερε στερεοφωνικό ραδιόφωνο AM/FM, κλιματισμό, σύστημα πλύσης του παρμπρίζ και παιδικές ασφάλειες στις πίσω πόρτες. Το ρεζερβουάρ των 45 λίτρων συνέβαλλε στη μεγαλύτερη άνεση στα μακρινά ταξίδια.
Η συνολική παραγωγή έφτασε τα 2,4 εκατομμύρια αυτοκίνητα. Από το 1971, η Caetano, συνεργάτης της Toyota στην παραγωγή, άρχισε να συναρμολογεί αυτοκίνητα στην Πορτογαλία από κιτ CKD.

Τρίτη γενιά: 1974-1979
Με το Corolla να έχει πλέον εδραιωθεί στην αγορά και τις ετήσιες εξαγωγές του να υπερβαίνουν τις 300.000 μονάδες, η μάρκα επιδίωξε με την 3η γενιά να δημιουργήσει «το απόλυτο οικογενειακό αυτοκίνητο». Η περαιτέρω βελτίωση της ασφάλειας και της άνεσης αποτέλεσε προτεραιότητα, ενώ οι νέοι κανονισμοί εκπομπών ρύπων οδήγησαν στην ανάπτυξη νέων κινητήρων και στην τοποθέτηση καταλύτη καυσαερίων.
Για πρώτη φορά, στη διαδικασία σχεδιασμού του μοντέλου αξιοποιήθηκαν και δοκιμές σε αεροδυναμική σήραγγα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πιο αεροδυναμικό αμάξωμα, με εντονότερες γωνίες. Οι αγοραστές είχαν στη διάθεσή τους περισσότερες επιλογές από κάθε προηγούμενη γενιά. Η γκάμα εμπλουτίστηκε με ένα coupe χωρίς μεσαία κολόνα, ενώ τα αμαξώματα hardtop και semi-fastback έγιναν διαθέσιμα και στις μεσαίες εκδόσεις, παύοντας να αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο των κορυφαίων. Την ίδια στιγμή, η νέα έκδοση Liftback συνδύαζε την πρακτικότητα και την πολυχρηστικότητα με τον σπορ χαρακτήρα.
Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στην ηχομόνωση της καμπίνας, ενώ τα χειριστήρια τοποθετήθηκαν σε πιο κεντρική διάταξη και το ταμπλό απέκτησε μαλακή επένδυση. Ήταν επίσης η πρώτη Corolla που σχεδιάστηκε με γνώμονα την παθητική ασφάλεια, διαθέτοντας αμάξωμα που απορροφούσε την ενέργεια της πρόσκρουσης, ζώνες ελεγχόμενης παραμόρφωσης και ζώνες ασφαλείας με μηχανισμό έκτακτης ασφάλισης. Η παραγωγή της τρίτης γενιάς υπερέβη τα 3,75 εκατομμύρια αυτοκίνητα.

Τέταρτη γενιά: 1979-1983
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, το ενδιαφέρον της αγοράς μετατοπιζόταν προς μοντέλα ανώτερης κατηγορίας. Παράλληλα, στον απόηχο της διεθνούς πετρελαϊκής κρίσης, η χαμηλή κατανάλωση καυσίμου παρέμενε βασική προτεραιότητα. Η 4η γενιά Corolla προσαρμόστηκε στις νέες συνθήκες με βελτιώσεις σε όλους τους τομείς, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην οδική συμπεριφορά και στα συστήματα κίνησης.
Για πρώτη φορά, το μοντέλο εξοπλίστηκε με σύστημα διεύθυνσης με κρεμαγιέρα, ενώ στον πίσω άξονα τα φύλλα σούστας έδωσαν τη θέση τους σε ανάρτηση πολλαπλών συνδέσμων με ελικοειδή ελατήρια. Το 1982 έγινε επίσης το πρώτο Corolla που προσφέρθηκε με πετρελαιοκινητήρα 1,8 λίτρων, συνδυάζοντας υψηλή θερμική απόδοση και χαμηλή κατανάλωση.
Στην εμφάνιση, το νέο μοντέλο διακρινόταν για τις κομψές γραμμές, το κεκλιμένο εμπρός μέρος και το ψηλό πίσω τμήμα του αμαξώματος. Η καμπίνα διέθετε ποιοτικότερα υλικά, ενώ στις εκδόσεις coupe και liftback τα πίσω καθίσματα αναδιπλώνονταν σε δύο τμήματα, διευκολύνοντας τη μεταφορά αποσκευών και άλλων αντικειμένων.

Πέμπτη γενιά: 1983-1987
Η πέμπτη γενιά παρουσιάστηκε τον Μάιο του 1983, με στόχο να προσελκύσει νεότερους οδηγούς, σηματοδοτώντας τη μεγαλύτερη αλλαγή στην ιστορία του μοντέλου μέχρι εκείνη τη στιγμή. Για πρώτη φορά, η Toyota χρησιμοποίησε την τεχνολογία των υπολογιστών τόσο για τον σχεδιασμό του αμαξώματος όσο και για την εξέλιξη των συστημάτων κίνησης και ελέγχου.
Το Corolla απέκτησε εκδόσεις με κίνηση στους εμπρός τροχούς, προσφέροντας περισσότερο χώρο και άνεση στην καμπίνα. Παράλληλα, στη γκάμα διατηρήθηκαν οι πισωκίνητες εκδόσεις, για τους οδηγούς που επιθυμούσαν πιο σπορ οδηγική συμπεριφορά.
Η καμπίνα διαμορφώθηκε για να φιλοξενεί άνετα πέντε ενήλικες. Για την αποδοτικότερη αξιοποίηση των χώρων, το δάπεδο χαμήλωσε, το τιμόνι μετακινήθηκε προς τα εμπρός και το πίσω παρμπρίζ τοποθετήθηκε πιο κάθετα. Ο εξοπλισμός περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, υδραυλικό τιμόνι, κεντρικό κλείδωμα, ηλεκτρικά παράθυρα και ηλιοροφή.
Στην 5η γενιά ανήκε επίσης το θρυλικό AE86 coupe, το τελευταίο Corolla με τον κινητήρα μπροστά και την κίνηση στους πίσω τροχούς.

Έκτη γενιά: 1987-1991
Η 6η γενιά Corolla διέθετε ποικιλία αμαξωμάτων και συνοδεύτηκε από συνολική αναθεώρηση του σχεδιασμού, με σκοπό την ενίσχυση της πολυτέλειας, της άνεσης και της ποιότητας. Στην εξωτερική εμφάνιση κυριάρχησε η φιλοσοφία «φαρδύ και χαμηλό», ενώ οι ευθείες γραμμές των προηγούμενων γενιών αντικαταστάθηκαν από πιο στρογγυλεμένες φόρμες.
Στην καμπίνα, η βελούδινη υφή και οι πλούσιες επενδύσεις των καθισμάτων ενίσχυαν την άνεση. Έμφαση δόθηκε επίσης στην εργονομία, τόσο στο σχήμα και στην τοποθέτηση των χειριστηρίων όσο και στην αίσθηση κατά τη χρήση τους. Η ψηφιακή βελτιστοποίηση του αμαξώματος βοήθησε στον περιορισμό του θορύβου και των κραδασμών, ενώ το σύστημα εξαερισμού ρύθμιζε την ποιότητα του αέρα και τη θερμοκρασία στο εσωτερικό.
Στον νέο εξοπλισμό περιλαμβάνονταν τιμόνι με ρυθμιζόμενη κλίση, ζώνες ασφαλείας με ρύθμιση ύψους και ρυθμιζόμενη οσφυϊκή στήριξη για το κάθισμα του οδηγού. Η γκάμα κάλυπτε εκδόσεις sedan, coupe, hatchback, station wagon και van, όλες με κίνηση στους εμπρός τροχούς, ενώ για πρώτη φορά διατέθηκαν και τετρακίνητες επιλογές. Ευρεία ήταν και η επιλογή κινητήρων, με έξι βενζινοκινητήρες και έναν πετρελαιοκινητήρα, με ισχύ από 64 έως 145 DINhp.

Έβδομη γενιά: 1992-1995
Το Corolla 7ης γενιάς ήταν μεγαλύτερο, ταχύτερο, ασφαλέστερο και πιο αθόρυβο από τις προηγούμενες γενιές, ενώ ήταν και το πρώτο που ενσωμάτωσε premium στοιχεία πολυτέλειας. Οι σχεδιαστές έδωσαν έμφαση στην οδική συμπεριφορά, με στόχο να βρίσκεται στο επίπεδο των ευρωπαϊκών αυτοκινήτων.
Το αμάξωμα απέκτησε πιο καμπύλες γραμμές, με τη σχεδίαση του sedan να αντλεί έμπνευση από το Lexus LS 400. Τα πάνελ του αμαξώματος μειώθηκαν σε αριθμό και τα διάκενα μεταξύ τους έγιναν μικρότερα, ενώ η καμπίνα προσέφερε περισσότερο χώρο και ενιαία αισθητική.
Η ανάρτηση σχεδιάστηκε εκ νέου για να ανταποκρίνεται στις αυξημένες διαστάσεις του αυτοκινήτου, ενώ η διάμετρος των τροχών αυξήθηκε στις 14 ίντσες. Από τον Σεπτέμβριο του 1994, ο αερόσακος οδηγού περιλήφθηκε στον βασικό εξοπλισμό, στο πλαίσιο της προσπάθειας της Toyota για ενίσχυση της ασφάλειας.

Όγδοη γενιά: 1995-2000
Με την 8η γενιά του Corolla, η Toyota άφησε πίσω την ιδέα ενός παγκόσμιου μοντέλου, αναπτύσσοντας εκδόσεις ειδικά για την ευρωπαϊκή αγορά, με τη συμβολή των ευρωπαϊκών ομάδων σχεδιασμού. Την ίδια περίοδο άρχισε και η μαζική παραγωγή του Corolla στην Ευρώπη.
Οι αυξανόμενες περιβαλλοντικές ανησυχίες, μαζί με την ανάγκη περιορισμού του βάρους, της κατανάλωσης καυσίμου και των εκπομπών ρύπων, επηρέασαν καθοριστικά την εξέλιξη του μοντέλου. Στην επίτευξη αυτών των στόχων συνέβαλε η χρήση χάλυβα υψηλής αντοχής και μικρού ειδικού βάρους στη δομή του αμαξώματος.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στο κόστος χρήσης, με την Toyota να μεριμνά ώστε η συντήρηση και η επισκευή του αυτοκινήτου να γίνονται ευκολότερα. Το Corolla 8ης γενιάς ήταν επίσης το πρώτο που διέθετε δορυφορική πλοήγηση στον προαιρετικό εξοπλισμό του.

Ένατη γενιά: 2000-2006
Η 9η γενιά έθεσε τα πρότυπα για τη νέα χιλιετία. Με την Ευρώπη να αποτελεί βασική αγορά-στόχο, η εξωτερική σχεδίαση του αυτοκινήτου εξελίχθηκε εκεί, υιοθετώντας ένα «νεανικό και εκλεπτυσμένο» ύφος. Κύρια στοιχεία της ήταν η νέα πλατφόρμα και η αρμονική σύνδεση των γυάλινων επιφανειών με τις κολόνες και την οροφή. Ο συνδυασμός αυτός έδινε στο αυτοκίνητο premium εμφάνιση και συνέβαλλε στην αεροδυναμική του απόδοση. Ανάμεσα στις ποιοτικές λεπτομέρειες ξεχώριζαν τα όργανα Optitron, τα οποία χρησιμοποιούνταν και σε μοντέλα Lexus.
Στην ευρωπαϊκή γκάμα υπήρχαν τρίθυρα και πεντάθυρα hatchback, με κατασκευή στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και ένα sedan και το MPV Corolla Verso, με παραγωγή στην Τουρκία. Οι διαθέσιμες επιλογές περιλάμβαναν εννέα συστήματα κίνησης, ανάμεσά τους έναν πετρελαιοκινητήρα D-4D commonrail και έναν βενζινοκινητήρα VVT-i 1,8 λίτρων για το σπορ hatchback TSport.

Δέκατη γενιά: 2007-2012
Η 10η γενιά του μοντέλου διατέθηκε με διαφορετικά ονόματα ανά αγορά. Σε ορισμένες περιοχές του κόσμου κράτησε την ονομασία Corolla, ενώ στην Ιαπωνία και την Ευρώπη παρουσιάστηκε ως Auris, σε τρίθυρο και πεντάθυρο hatchback αμάξωμα. Η sedan έκδοση συνέχισε να ονομάζεται Corolla.
Στη 10η γενιά εφαρμόστηκε η σχεδιαστική προσέγγιση «inside-out», με προτεραιότητα στους χώρους της καμπίνας. Η αρχική γκάμα κινητήρων περιλάμβανε μονάδες VVT-i 1,4 και 1,6 λίτρων, με εκείνη των 1,6 λίτρων να είναι νέα. Η κορυφαία έκδοση εφοδιαζόταν με πετρελαιοκινητήρα D-4D 2,2 λίτρων και ειδικά εξελιγμένη πίσω ανάρτηση πολλαπλών συνδέσμων.
Περαιτέρω έμφαση δόθηκε στην ασφάλεια, μεταξύ άλλων με την προσθήκη αερόσακου γονάτων για τον οδηγό. Στον στάνταρ εξοπλισμό ανήκαν ο κλιματισμός, τα πίσω καθίσματα με ρυθμιζόμενη κλίση και το νέο ηλεκτρικό σύστημα διεύθυνσης. Σε ορισμένες εκδόσεις προσφερόταν προαιρετικά ένα νέο κιβώτιο πολλαπλών λειτουργιών, που επέτρεπε τη χειροκίνητη επιλογή σχέσεων μέσω paddles στο τιμόνι.
Το 2010 παρουσιάστηκε το Auris Hybrid hatchback, το πρώτο υβριδικό μοντέλο μαζικής παραγωγής στην Ευρώπη. Κατασκευαζόταν στο εργοστάσιο της Μεγάλης Βρετανίας και άνοιξε τον δρόμο για την επέκταση της υβριδικής τεχνολογίας σε ολόκληρη τη γκάμα της μάρκας.

Ενδέκατη γενιά: 2013-2018
Το Corolla, γνωστό στην Ευρώπη ως Auris, εισήλθε στην 11η γενιά του με ριζικά ανανεωμένη σχεδίαση. Η εξέλιξή του έδωσε έμφαση στην καλύτερη οδική συμπεριφορά, με αλλαγές στο βάρος και στις ρυθμίσεις του πλαισίου, προσφέροντας στον οδηγό βελτιωμένη αίσθηση του δρόμου.
Η νέα γκάμα σχεδιάστηκε κυρίως στην Ευρώπη, με γνώμονα τις ανάγκες των Ευρωπαίων αγοραστών, και επανέφερε, μετά την 8η γενιά, την έκδοση station wagon με την ονομασία Touring Sports. Οι διαθέσιμες επιλογές κίνησης περιλάμβαναν ένα πλήρως υβριδικό σύστημα, καθώς και κινητήρες diesel και βενζίνης.
Η κατανάλωση καυσίμου και οι εκπομπές ρύπων μειώθηκαν περαιτέρω χάρη σε κατάλληλες ρυθμίσεις του κινητήρα, στον περιορισμό του βάρους και σε αεροδυναμικές βελτιώσεις. Το νέο υβριδικό μοντέλο κατέγραψε εκπομπές CO₂ μόλις 87 g/km, επίδοση κορυφαία για την κατηγορία του.
Το Auris διατέθηκε και στις ΗΠΑ, αρχικά ως Scion iM και στη συνέχεια ως Corolla iM. Για τη συγκεκριμένη αγορά απέκτησε πιο έντονο σπορ χαρακτήρα, με χαμηλωμένη ανάρτηση και πλήρες κιτ αμαξώματος.

Δωδέκατη γενιά: 2019 μέχρι σήμερα
Η 12η γενιά του Corolla παρουσιάστηκε σε εκδόσεις hatchback, Touring Sports και sedan, με την παραγωγή τους να συνεχίζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Τουρκία. Παράλληλα, εγκαταλείφθηκε η αποτυχημένη επιλογή της ονομασίας Auris.
Το νέο Corolla διέθετε χαμηλότερο κέντρο βάρους και πιο άκαμπτο αμάξωμα, στοιχεία που βελτίωσαν σημαντικά την ευελιξία στους χειρισμούς, την ακρίβεια των αντιδράσεων και την οδηγική άνεση. Ταυτόχρονα, οι υβριδικές επιλογές διευρύνθηκαν, με δύο συστήματα κίνησης, 1,8 και 2,0 λίτρων, για τις εκδόσεις Hatchback και Touring Sports. Έτσι, οι αγοραστές μπορούσαν να επιλέξουν με βάση το αν έδιναν προτεραιότητα στη μέγιστη οικονομία καυσίμου ή στις υψηλότερες επιδόσεις.
Για πρώτη φορά, το Corolla προσφέρθηκε και σε έκδοση GR Sport, με σχεδίαση εμπνευσμένη από την GAZOO Racing, τον αγωνιστικό βραχίονα της μάρκας. Το 2019, η ευρωπαϊκή γκάμα διευρύνθηκε επίσης με την προσθήκη του SUV Corolla Cross.

Corolla 60th Anniversary
Ενόψει της 13ης γενιάς Corolla, η οποία αναμένεται στην αγορά πιθανότατα το 2028 με εκδόσεις hybrid, plug-in hybrid και EV, η ιαπωνική μάρκα γιορτάζει σήμερα τα 60 χρόνια του μοντέλου με την επετειακή Corolla 60th Anniversary Special Edition. Η έκδοση αφορά τις Corolla Hatchback, Touring Sports και Sedan και συνδυάζει ιδιαίτερα σχεδιαστικά χαρακτηριστικά, επετειακά σήματα και αναβαθμισμένο βασικό εξοπλισμό.
Οι επετειακές Hatchback και Touring Sports, οι οποίες κατασκευάζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο, διακρίνονται για την αποκλειστική μεταλλική απόχρωση New Boreal Blue, που συνδυάζεται με οροφή και κολόνες σε μαύρο Night Sky Black. Την ξεχωριστή τους εμφάνιση ενισχύουν οι νέες ζάντες αλουμινίου 17 ιντσών με 10 ακτίνες, οι ματ ασημί διακοσμητικές λεπτομέρειες χαμηλά στον εμπρός προφυλακτήρα και στα πλαϊνά μαρσπιέ, καθώς και τα σκουρόχρωμα διακοσμητικά στα φώτα ομίχλης και στις γωνίες των πίσω θυρών και του πίσω προφυλακτήρα. Το σύνολο ολοκληρώνουν τα ματ ασημί αυτοκόλλητα «60th Anniversary» στο κάτω άκρο των πίσω θυρών.
Στην καμπίνα, οι ματ ασημί προστατευτικές πλάκες στα κατώφλια των θυρών διαθέτουν το λογότυπο «60th Anniversary». Την εσωτερική διαμόρφωση συμπληρώνουν μαύρα υφασμάτινα πατάκια εμπρός και πίσω, με ασορτί ματ ασημί ένθετα.

Το Corolla Sedan κατασκευάζεται στην Τουρκία και προσφέρεται στο χαρακτηριστικό χρώμα Lunar Sky Blue, υιοθετώντας τα περισσότερα από τα ξεχωριστά σχεδιαστικά στοιχεία των Hatchback και Touring Sports. Για τις επετειακές εκδόσεις του Corolla, οι πελάτες μπορούν να επιλέξουν και ανάμεσα σε δύο ακόμη χρώματα: το Platinum White Pearl με premium φινίρισμα και το μεταλλικό Ash Grey.
Ανάλογα με την αγορά, τα Hatchback και Touring Sports προσφέρονται με υβριδικό σύστημα κίνησης 1,8 λίτρων και βενζινοκινητήρα 1,5 λίτρων. Ο πλούσιος εξοπλισμός περιλαμβάνει στάνταρ ένα πλήρως ψηφιακό περιβάλλον χρήστη, με προσαρμόσιμο πίνακα οργάνων 12,3 ιντσών και σύστημα πολυμέσων Smart Connect+ με οθόνη αφής 10,5 ιντσών.
Μέσω του συστήματος πολυμέσων παρέχεται πρόσβαση σε υπηρεσίες πλοήγησης μέσω cloud, με ενημερωμένες πληροφορίες για την κυκλοφορία, καθώς και σε ενσωματωμένο σύστημα σχεδιασμού διαδρομών (route planner). Στον στάνταρ εξοπλισμό περιλαμβάνεται επίσης το ολοκληρωμένο πακέτο ενεργητικής ασφάλειας και υποβοήθησης οδήγησης Toyota T-Mate.
Οι επετειακές εκδόσεις του Corolla διατίθενται ήδη για παραγγελία, ενώ οι παραδόσεις ξεκινούν στις αρχές Νοεμβρίου.


