26 Σεπτεμβρίου, 2026 10:31 -
Ο Ερντογάν αναμένει εξελίξεις για τα F-35, αντίστοιχα με εκείνα που θα παραλάβει η Ελλάδα, ενώ οι Τούρκοι πιλότοι εκπαιδεύονται στα Eurofighter. Η Αθήνα προχωρά παράλληλα με τα F-35, Rafale και F-16 Viper, καθώς και με την «Ασπίδα του Αχιλλέα», ενώ εξετάζει ένα ιδιαίτερα ισχυρό όπλο για τα stealth μαχητικά της.
Μια νέα, ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος προστίθεται στην εξοπλιστική εξίσωση Ελλάδας και Τουρκίας. Η Άγκυρα επαναφέρει με μεγαλύτερη ένταση το αίτημα επιστροφής της στο πρόγραμμα F-35, έχοντας ήδη θέσει σε εφαρμογή την απόκτηση των Eurofighter Typhoon.
-
Πρόκειται για μια απολύτως επίκαιρη εξέλιξη. Στις 24 Σεπτεμβρίου 2026, μετά τις επαφές του στις ΗΠΑ, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εκφράσει θετική διάθεση απέναντι στην επιστροφή της Τουρκίας στο F-35. Πρόσθεσε ότι η Άγκυρα περιμένει πλέον αυτή η πολιτική βούληση να αποτυπωθεί σε «συγκεκριμένα βήματα».
Η δήλωση αυτή δεν σημαίνει ότι έχει υπάρξει συμφωνία για πώληση F-35 στην Τουρκία. Δείχνει, ωστόσο, ότι ένα ζήτημα που επί χρόνια έμοιαζε παγωμένο επανέρχεται ενεργά στο τραπέζι της Ουάσιγκτον. Για την Ελλάδα, η διαφορά είναι ουσιαστική: για πρώτη φορά διαμορφώνεται η πιθανότητα Αθήνα και Άγκυρα να κατευθυνθούν προς μαχητικά πέμπτης γενιάς, σε διαφορετικούς χρόνους και με διαφορετικές προϋποθέσεις.
Οι S-400 παραμένουν το μεγάλο εμπόδιο
Η Τουρκία απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα F-35 το 2019, μετά την παραλαβή του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400. Η βασική θέση των ΗΠΑ ήταν και εξακολουθεί να είναι ότι η συνύπαρξη των F-35 με τους S-400 θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των ευαίσθητων τεχνολογιών και των χαρακτηριστικών χαμηλής παρατηρησιμότητας του αμερικανικού μαχητικού.
Το ζήτημα δεν περιορίζεται, μάλιστα, στο πολιτικό επίπεδο. Στις ΗΠΑ ισχύει συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο συνδέει τη δυνατότητα μεταφοράς F-35 στην Τουρκία με την παύση κατοχής του S-400 και του σχετικού εξοπλισμού. Επομένως, ακόμη και αν ο Λευκός Οίκος επιδιώκει πολιτικά μια επαναπροσέγγιση, η επιστροφή της Τουρκίας στο F-35 δεν μπορεί σήμερα να γίνει αυτόματα.
Ανάλογη επισήμανση έχει διατυπώσει δημοσίως και η Αθήνα. Τον Ιούλιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε δηλώσει ότι παραμένουν σημαντικά νομικά εμπόδια στις ΗΠΑ εξαιτίας των S-400. Παράλληλα, είχε αποφύγει να παρουσιάσει την Ελλάδα ως χώρα που υπαγορεύει στην Ουάσιγκτον σε ποιον θα πουλά αμερικανικά οπλικά συστήματα.
Η Τουρκία, πάντως, δεν παραμένει αδρανής αναμένοντας το F-35. Τον Οκτώβριο του 2025 υπέγραψε με τη Βρετανία συμφωνία για την προμήθεια 20 νέων Eurofighter Typhoon, αξίας έως 8 δισ. λιρών. Τον Μάρτιο του 2026 ακολούθησε μεγάλη σύμβαση για εκπαίδευση, τεχνική υποστήριξη και συντήρηση.
Το πρόγραμμα βρίσκεται πλέον στο στάδιο της πρακτικής υλοποίησης. Μετά την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης θεωρητικής εκπαίδευσης και εξοικείωσης με την ορολογία, οι Τούρκοι χειριστές άρχισαν εκπαιδευτικές πτήσεις στα Eurofighter στις αρχές Σεπτεμβρίου. Πριν από λίγες μόλις ημέρες, μεταξύ 15 και 17 Σεπτεμβρίου, τουρκικό τεχνικό κλιμάκιο επισκέφθηκε τη βρετανική βάση RAF Coningsby και εξέτασε τις εγκαταστάσεις συντήρησης των Typhoon, με στόχο τον σχεδιασμό της μελλοντικής υποστήριξης του τουρκικού στόλου. Τα τουρκικά Eurofighter, επομένως, δεν είναι πια μόνο ένα σχέδιο επί χάρτου.
Παράλληλα, η Άγκυρα προχωρά το πρόγραμμα του εγχώριου KAAN. Ο ίδιος ο Ερντογάν επανέλαβε αυτή την εβδομάδα ότι η ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας και του KAAN εξακολουθεί να αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα. Η Τουρκία κινείται έτσι σε τρεις παράλληλες κατευθύνσεις: τα Eurofighter για την ενίσχυση των δυνατοτήτων της στο μεσοδιάστημα, τα F-35 υπό την προϋπόθεση πολιτικής και νομικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ και το KAAN για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη εγχώριου μαχητικού νέας γενιάς.
Η Ελλάδα διαμορφώνει ήδη τη δική της επόμενη ημέρα
Στην ελληνική πλευρά, τα δεδομένα διαφέρουν, καθώς η απόκτηση του F-35 έχει ήδη συμβασιοποιηθεί. Η Ελλάδα έχει συμφωνήσει να αγοράσει 20 F-35A, με δικαίωμα προαίρεσης για άλλα 20. Η επίσημη ελληνική Επιστολή Αποδοχής για το πρόγραμμα εστάλη το καλοκαίρι του 2024.
Το χρονοδιάγραμμα αρχίζει πλέον να συγκεκριμενοποιείται. Σύμφωνα με τις τελευταίες επίσημες τοποθετήσεις, οι Έλληνες χειριστές αναμένεται να ξεκινήσουν την εκπαίδευσή τους στα ελληνικά F-35 μέσα στο 2027. Η παράδοση του πρώτου αεροσκάφους στην ελληνική πλευρά προβλέπεται να γίνει στις ΗΠΑ το 2028, προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί αρχικά για εκπαίδευση. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει η εγκατάσταση του στόλου στην Ελλάδα, με μελλοντική βάση των ελληνικών F-35 την 117 Πτέρυγα Μάχης στην Ανδραβίδα.
Η προμήθεια των F-35, ωστόσο, δεν αποτελεί μεμονωμένη αγορά. Η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ήδη 24 Rafale, ενώ συνεχίζεται η μετατροπή 83 F-16 στην έκδοση Viper. Μέσα στο 2026 είχαν ήδη παραδοθεί περισσότερα από 50 αναβαθμισμένα αεροσκάφη. Παράλληλα, έχει εγκριθεί η περαιτέρω αναβάθμιση των F-16 Block 50, η οποία, βάσει του σχεδιασμού του ΥΠΕΘΑ, μπορεί να αυξήσει τον συνολικό ελληνικό στόλο σε περισσότερα από 100 F-16 επιπέδου Viper.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και μία ακόμη εξέλιξη. Στις 2 Σεπτεμβρίου 2026, στελέχη της νορβηγικής Kongsberg ενημέρωσαν το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας για τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από το Joint Strike Missile (JSM) για το F-35. Είναι απαραίτητο, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι δεν έχει ανακοινωθεί ελληνική παραγγελία JSM. Προς το παρόν, πρόκειται για ενημέρωση και εξέταση του συστήματος.
Το ενδιαφέρον, πάντως, είναι εύλογο. Ο JSM έχει σχεδιαστεί ειδικά για να μεταφέρεται στην εσωτερική αποθήκη οπλισμού του F-35, χωρίς να επηρεάζονται αρνητικά τα χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας του αεροσκάφους. Μπορεί να πλήξει στόχους τόσο στη θάλασσα όσο και στην ξηρά, ζυγίζει περίπου 416 κιλά και, σύμφωνα με την κατασκευάστρια εταιρεία, διαθέτει εμβέλεια άνω των 350 χιλιομέτρων. Για ένα μαχητικό πέμπτης γενιάς, η εσωτερική μεταφορά όπλου μεγάλου βεληνεκούς έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς επιτρέπει τη διατήρηση χαμηλού ηλεκτρομαγνητικού ίχνους στη διάρκεια της αποστολής.
Παράλληλα, στις 31 Αυγούστου η Ελλάδα υπέγραψε με το Ισραήλ τη διακρατική συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα». Πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο σύστημα αντιαεροπορικής, αντιβαλλιστικής και anti-drone προστασίας, με ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Ο συνολικός προϋπολογισμός έχει οριστεί στα 3,035 δισ. ευρώ. Προβλέπεται επίσης η συμμετοχή 19 ελληνικών εταιρειών, με την ελληνική βιομηχανική συμμετοχή να υπερβαίνει το 25%, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 750 εκατ. ευρώ.
Συνεπώς, η συνολική εικόνα ξεπερνά κατά πολύ μια απλή αντιπαραβολή του τύπου «F-35 εναντίον Eurofighter». Η αεροπορική ισορροπία της επόμενης δεκαετίας θα κριθεί από την ποιότητα των αισθητήρων, τα όπλα μεγάλου βεληνεκούς, τον ηλεκτρονικό πόλεμο, τα ιπτάμενα και επίγεια δίκτυα πληροφοριών, την αντιαεροπορική άμυνα και τη διαθεσιμότητα των αεροσκαφών. Πάνω απ’ όλα, θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο όλα αυτά τα συστήματα θα μπορούν να λειτουργούν ως ενιαίο δίκτυο.
Εάν η Τουρκία κατορθώσει τελικά να ξεπεράσει το ζήτημα των S-400 και να επιστρέψει στο F-35, τα δεδομένα στην περιοχή αναμφίβολα θα μεταβληθούν σημαντικά. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο συσχετισμός στο Αιγαίο θα αλλάξει από τη μία ημέρα στην άλλη. Θα χρειαστούν συμφωνίες, παραγγελίες, παραγωγή αεροσκαφών, εκπαίδευση προσωπικού, ανάπτυξη υποδομών και επιχειρησιακή ένταξη.
Σήμερα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2026, το βέβαιο είναι ότι και οι δύο πλευρές έχουν ήδη εισέλθει σε νέα φάση αεροπορικού εκσυγχρονισμού. Η Τουρκία προχωρά στα Eurofighter, διεκδικεί παράλληλα την επιστροφή στα F-35 και συνεχίζει το KAAN. Από την πλευρά της, η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει τα δικά της F-35, ολοκληρώνει τον μεγάλο εκσυγχρονισμό των F-16, διαθέτει ήδη Rafale και αναπτύσσει ταυτόχρονα ένα νέο πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας.
Γι’ αυτό, το ουσιαστικό ερώτημα για τα επόμενα χρόνια δεν θα αφορά μόνο τον αριθμό των μαχητικών κάθε χώρας. Θα αφορά και το ποια πλευρά θα καταφέρει να τα ενσωματώσει ταχύτερα και αποτελεσματικότερα σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα αισθητήρων, όπλων, αεράμυνας και διοίκησης.
Ακολουθήστε το carsnews.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ


