Το πρόσφατα ανανεωμένο Kia Stonic δεν επιχειρεί να παρουσιαστεί ως ένα εντελώς νέο αυτοκίνητο. Κατά τη γνώμη μου, αυτό αποτελεί περισσότερο πλεονέκτημα παρά μειονέκτημα. Οι σχεδιαστές και οι μηχανικοί της Kia βασίστηκαν σε ένα ήδη δοκιμασμένο B-SUV, κάνοντας στοχευμένες αλλαγές στην εμφάνιση, την τεχνολογία και την καθημερινή λειτουργικότητα, χωρίς να μεταβάλουν τη βασική φιλοσοφία του μοντέλου.
Έτσι, το ιδιαίτερα δημοφιλές Stonic, που ξεχωρίζει για τη σχέση αξίας και τιμής του, απέκτησε μια αισθητά πιο σύγχρονη και εντυπωσιακή σχεδιαστική ταυτότητα. Οι εξωτερικές αλλαγές εντοπίζονται κυρίως στο εμπρός τμήμα, με νέα φωτιστικά σώματα και νέο προφυλακτήρα. Στο πίσω μέρος, η σχεδίαση των φώτων και οι επιμέρους λεπτομέρειες δίνουν τη σύγχρονη «πινελιά» που έλειπε από το προηγούμενο μοντέλο. Την ανανεωμένη εικόνα ολοκληρώνουν οι ζάντες 16 ή 17 ιντσών με νέο σχεδιασμό.
Το αποτέλεσμα είναι ένα αυτοκίνητο που δεν καταφεύγει σε σχεδιαστικές υπερβολές για να προσελκύσει την προσοχή, αλλά διαθέτει έντονη προσωπικότητα — στοιχείο που δεν θεωρείται πλέον αυτονόητο στην κατηγορία των B-SUV.
Εκσυγχρονισμένο και λειτουργικό εσωτερικό

Στο εσωτερικό, το ενδιαφέρον ενισχύεται από την εμφανή ψηφιακή αναβάθμιση, η οποία φέρνει ένα σύγχρονο περιβάλλον χειρισμού και περισσότερη τεχνολογία, χωρίς να κάνει το cockpit υπερβολικά σύνθετο. Το Stonic εξακολουθεί να είναι ένα αυτοκίνητο με το οποίο εξοικειώνεσαι γρήγορα και το χρησιμοποιείς εύκολα. Η σωστή θέση οδήγησης μπορεί να προσαρμοστεί σε οδηγούς διαφορετικών σωματότυπων, ενώ τα χειριστήρια είναι τοποθετημένα εκεί όπου αναμένεις να βρίσκονται. Η συνολική εργονομία, μαζί με την περιφερειακή ορατότητα, συγκαταλέγονται στα ισχυρά σημεία της καμπίνας.
Παράλληλα, η Kia δεν έχει υιοθετήσει πλήρως την τάση «όλα στην οθόνη», διατηρώντας φυσικά χειριστήρια και διακόπτες για βασικές λειτουργίες. Πρόκειται για μια επιλογή που εκτιμάς ιδιαίτερα κατά την οδήγηση, όταν δεν θέλεις να αναζητάς υπομενού για να ρυθμίσεις, για παράδειγμα, τον κλιματισμό. Ο ψηφιακός προσανατολισμός του ανανεωμένου Stonic παραμένει, πάντως, ξεκάθαρος: δύο οθόνες 12,3 ιντσών, μία για τον πίνακα οργάνων και μία για το infotainment, συνδυάζονται σε ενιαία διάταξη, με ευανάγνωστα γραφικά και λογική χειρισμού που δεν απαιτεί ιδιαίτερη εξοικείωση.
Δυστυχώς, η έκδοση που οδηγήσαμε δεν διέθετε ασύρματη σύνδεση με τα «έξυπνα» τηλέφωνα, μια δυνατότητα που θα έπρεπε πλέον να θεωρείται απαραίτητη. Αναβάθμιση έχουν δεχθεί και τα συστήματα υποστήριξης του οδηγού, τα οποία, ωστόσο, εμφανίζονται ιδιαίτερα παρεμβατικά στην καθημερινή χρήση. Επιπλέον, η απενεργοποίησή τους δεν είναι εύκολη υπόθεση, καθώς χρειάζεται αρκετή ενασχόληση με τα μενού.

Σε ό,τι αφορά τους χώρους, το Stonic κινείται στον μέσο όρο της κατηγορίας και δεν παρουσιάζει διαφορές από την προηγούμενη έκδοση. Παρότι το μήκος του έχει αυξηθεί κατά 25 χιλιοστά, η μεταβολή οφείλεται αποκλειστικά στον μεγαλύτερο εμπρός πρόβολο. Στα εμπρός καθίσματα δύο ενήλικες θα καθίσουν άνετα, ενώ πίσω υπάρχει επαρκής χώρος για ακόμη δύο επιβάτες. Ένας τρίτος θα χωρέσει μόνο με αρκετό στρίμωγμα.
Το πορτμπαγκάζ παραμένει πρακτικό και επαρκές για τις καθημερινές μετακινήσεις, με χωρητικότητα 352 λίτρων, η οποία φθάνει στα 1.155 λίτρα με την αναδίπλωση των καθισμάτων. Δεν αποτελεί, πάντως, σημείο αναφοράς στην κατηγορία, ενώ εξακολουθεί να μην υπάρχει ρεζέρβα.
Στην καμπίνα επικρατούν τα σκληρά πλαστικά και το ύφασμα, με άψογη συναρμογή. Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η Kia έχει προτάξει την αντοχή και το κόστος έναντι της πολυτέλειας. Αυτή είναι τελικά και η ουσία του εσωτερικού: το Stonic δεν επιδιώκει να κερδίσει με εντυπωσιασμούς, αλλά με την ευκολία στη χρήση, την καλή εργονομία και την αίσθηση ότι όλα έχουν σχεδιαστεί για να εξυπηρετούν την καθημερινότητα.
Περισσότερη φινέτσα και καλύτερα υλικά σε ορισμένα σημεία θα ήταν ευπρόσδεκτα, ωστόσο δύσκολα εντοπίζει κανείς κάτι πραγματικά ενοχλητικό. Για ένα αυτοκίνητο που προορίζεται για καθημερινή συμβίωση, αυτό έχει τη δική του αξία.
Κινητήρας & μετάδοση: τόσο όσο

Κάτω από το καπό τοποθετείται ο 3κύλινδρος τούρμπο βενζινοκινητήρας 1.0 T-GDi, ο οποίος αποδίδει 115 ίππους και συνδυάζεται με ήπιο υβριδικό σύστημα 48V. Η λειτουργία του είναι ήσυχη, χωρίς να γίνεται εύκολα αντιληπτός ο μονός αριθμός των κυλίνδρων. Η ισχύς έχει αυξηθεί κατά 15 ίππους, ενώ η ροπή διατηρείται στα 200 Nm. Είναι διαθέσιμη ήδη από τις 2.000 στροφές και παραμένει σε αυτό το επίπεδο έως τις 3.000 στροφές, δηλαδή 500 στροφές περισσότερες σε σχέση με την προηγούμενη έκδοση.
Με άλλα λόγια, το νέο 115άρι δεν αποτελεί απλώς ένα 100άρι με λίγο περισσότερο γκάζι: διαθέτει μεγαλύτερο εύρος απόδοσης της μέγιστης ροπής και περισσότερη ισχύ στις υψηλές στροφές. Το νέο Stonic ανταποκρίνεται έτσι πιο πρόθυμα στην επιτάχυνση από τις μεσαίες και, κυρίως, τις υψηλότερες στροφές. Στις προσπεράσεις και στις ανηφόρες, το αυτόματο κιβώτιο 7DCT, που μεταδίδει την κίνηση στους εμπρός τροχούς, έχει μεγαλύτερο περιθώριο αξιοποίησης της ισχύος, η οποία διαφοροποιείται ανάλογα με το προφίλ οδήγησης (eco, normal, sport) που επιλέγει ο οδηγός.
Το ήπιο υβριδικό σύστημα 48V έχει κυρίως υποστηρικτικό ρόλο, με την ηλεκτρογεννήτρια να συνδράμει στις εκκινήσεις και στο ρολάρισμα. Στο πρόγραμμα Eco ενεργοποιείται η λειτουργία coasting: όταν ο οδηγός αφήνει το γκάζι, το κιβώτιο «αποσυμπλέκεται», με στόχο τη μείωση της κατανάλωσης.

Ο συνδυασμός κινητήρα και κιβωτίου αναδεικνύεται, επίσης, στο ισχυρότερο σημείο του αυτοκινήτου. Το 7DCT πραγματοποιεί τις αλλαγές σχέσεων γρήγορα και ομαλά, ενώ επιτρέπει και χειροκίνητη επιλογή από τον μοχλό στη βάση της κονσόλας. Παράλληλα, ο μικρός turbo κινητήρας διαθέτει αρκετή ελαστικότητα για να κινεί το όχημα, βάρους σχεδόν 1.300 κιλών, χωρίς να δυσκολεύεται. Σημαντικά βελτιωμένες εμφανίζονται και οι επιδόσεις, τόσο στην επιτάχυνση από στάση έως τα 100 χλμ/ώρα (10.7΄΄ αντί των 12.4΄΄), όσο και στην τελική ταχύτητα (182 αντί 176 χλμ/ώρα).
Αισθητή είναι η διαφορά και στις ενδιάμεσες επιταχύνσεις, με το νέο Stonic να είναι κατά 0.7΄΄ ταχύτερο στις βασικές μετρήσεις (60-100 χλμ & 80-120 χλμ με Kickdown). Αυτή η βελτίωση δεν μετατρέπει το B-SUV σε GTI, του δίνει όμως την επιπλέον ανάσα που έλειπε από την έκδοση των 100 ίππων, κυρίως όταν μια προσπέραση απαιτεί αποφασιστικό πάτημα του γκαζιού. Η κατανάλωση, τέλος, παραμένει ακριβώς ίδια, στα 5,4 λτ/100χλμ, σύμφωνα με την εταιρία. Στη δοκιμή μας, η μέση τιμή διαμορφώθηκε στα 6,3 λίτρα, χωρίς ιδιαίτερη πίεση του κινητήρα, εξασφαλίζοντας αυτονομία περίπου 700 χιλιομέτρων.
Από τη θέση του οδηγού

Η πρώτη εντύπωση που αποκόμισα οδηγώντας το ανανεωμένο, αυτόματο Stonic 1.0 T-GDi ήταν πως δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με τεχνάσματα. Οι επιταχύνσεις του δεν είναι θεαματικές, ενώ απουσιάζει και η νευρικότητα με την οποία ορισμένα μικρά turbo δημιουργούν μια ψευδαίσθηση επιδόσεων. Αντιθέτως, κινείται άνετα, με περιορισμένο θόρυβο, χωρίς κραδασμούς και με ιδιαίτερη ευελιξία στην πόλη, διατηρώντας αντίστοιχα καλές δυνατότητες και στο ταξίδι.
Ο 3κύλινδρος 1.0 T-GDi των 115 ίππων αποδεικνύεται πιο ζωντανός απ’ όσο αφήνουν να εννοηθεί τα 1.000 κυβικά του. Καθοριστικό ρόλο παίζουν τα 200 Nm ροπής, που εξασφαλίζουν στο Stonic αξιοπρεπή ελαστικότητα και μειώνουν την ανάγκη για διαρκείς αλλαγές σχέσεων. Σε αυτό συμβάλλει και το 7άρι αυτόματο κιβώτιο. Σε χαλαρούς ρυθμούς λειτουργεί σχεδόν αθόρυβα και διακριτικά, ενώ όταν ζητήσεις περισσότερα, κατεβάζει σχέσεις γρήγορα και αποφασιστικά, διατηρώντας τον κινητήρα στο ωφέλιμο φάσμα λειτουργίας του.
Δεν θα χαρακτήριζα σε καμία περίπτωση το νέο Stonic σπορ· κάτι τέτοιο θα ήταν υπερβολικό. Μπορεί, ωστόσο, να κινηθεί γρήγορα χωρίς να σου δίνει την αίσθηση ότι παλεύεις μαζί του. Το τιμόνι διαθέτει ικανοποιητικό βάρος και, κυρίως, εύλογη αίσθηση γύρω από τη θέση της ευθείας. Στις γρήγορες καμπές το αυτοκίνητο παραμένει σταθερό, με απολύτως ελεγχόμενες κλίσεις του αμαξώματος, ενώ η ουρά δεν αντιδρά απρόβλεπτα σε ένα απότομο άφημα του γκαζιού.
Οι ελληνικοί δρόμοι είναι, πάντως, εκεί όπου εκτιμάς περισσότερο τις δυνατότητές του. Η ανάρτηση καλείται να διαχειριστεί λακκούβες, εγκάρσιες ανωμαλίες και πρόχειρες ασφαλτοστρώσεις, χωρίς, παρά τον σχετικά σφιχτό χαρακτήρα της, να μεταφέρει κάθε κακοτεχνία ως χτύπημα στην καμπίνα. Η ρύθμισή της παραμένει περισσότερο σφιχτή παρά μαλακή, κάτι που ευνοεί τον έλεγχο του αμαξώματος.
Σε μια ορεινή διαδρομή, το Stonic παρουσιάζει οδηγικό ενδιαφέρον. Δεν σε παρακινεί να αναζητήσεις τα όριά του, αλλά σου δίνει τη δυνατότητα να κινηθείς γρήγορα και με ακρίβεια. Το εμπρός μέρος ανταποκρίνεται άμεσα στις εντολές του οδηγού και η πρόσφυση παραμένει προβλέψιμη. Αν αυξήσεις την πίεση, θα εμφανιστεί η αναμενόμενη υποστροφή, χωρίς όμως αιφνιδιασμούς. Στις απότομες αλλαγές πορείας, η αντίδραση του πίσω άξονα προκαλεί την επέμβαση του ESP, υπογραμμίζοντας ότι η κατασκευή δίνει προτεραιότητα στην ασφάλεια και την ευκολία οδήγησης και όχι στη σπορ αίσθηση.

Παράλληλα, τα φρένα προσφέρουν καλή αίσθηση στο πεντάλ και ισχυρή επιβράδυνση, ενώ αντέχουν στη συνεχόμενη καταπόνηση, ενισχύοντας τη συνολική αίσθηση ασφάλειας που προσφέρει το αυτοκίνητο. Το πεδίο στο οποίο ξεχωρίζει το Stonic, ωστόσο, είναι η καθημερινή χρήση. Είναι ευέλικτο, διαθέτει καλή ορατότητα και συμπαγείς διαστάσεις, ενώ η ανάρτησή του συνδυάζει την άνεση με τον έλεγχο του αμαξώματος. Δεν είναι το αυτοκίνητο που θα επιλέξεις για να κυνηγήσεις στροφές, ούτε προσπαθεί να παρουσιαστεί ως σπορ κατασκευή. Παραμένει, όμως, τίμιο, προβλέψιμο, ευέλικτο και σταθερό, προσφέροντας πολιτισμένη και ξεκούραστη μετακίνηση σε κάθε είδους διαδρομή.
Δια ταύτα
Το Stonic 1.0 7DCT δεν απευθύνεται σε όσους θέλουν να κυνηγήσουν το χρονόμετρο. Σε κερδίζει, όμως, από την πρώτη στιγμή, καθώς ανταποκρίνεται σε σχεδόν όλα όσα του ζητάς χωρίς περιττές φιοριτούρες. Στην καθημερινότητα, αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία από μερικά δέκατα στο 0-100. Ούτε είναι το αυτοκίνητο που θα αγοράσεις για να εντυπωσιάσεις τους γείτονες. Είναι, ωστόσο, ένα από τα B-SUV που δείχνουν ότι η πραγματική αξία ενός αυτοκινήτου κρίνεται κυρίως στην καθημερινή συμβίωση μαζί του.
Οι αδυναμίες του εντοπίζονται κυρίως στα σημεία που θα περίμενε κανείς: στα υλικά της καμπίνας, που δεν εντυπωσιάζουν, στους μέτριους χώρους αποσκευών και στις επιδόσεις, που δεν θα συγκινήσουν τον απαιτητικό οδηγό. Προσωπικά, θεωρώ πως το facelift εκπλήρωσε τον στόχο του. Το δημοφιλές κορεάτικο SUV εμφανίζεται πλέον πολύ πιο σύγχρονο, τεχνολογικά πλήρες και αισθητικά πιο κοντά στη νέα εποχή της μάρκας, χαρακτηριστικά που, κατά πάσα βεβαιότητα, θα το κρατήσουν ψηλά στην εμπορική κατάταξη της κατηγορίας του.

Τέλος, η τιμή εκκίνησης των 22.390 € παραμένει κοντά στο value for money της κατηγορίας, ενώ τα 28.690 € της έκδοσης GT – Line που οδήγησα απευθύνονται κυρίως στους φανατικούς του μοντέλου. Σε κάθε περίπτωση, επιπλέον αξία προσφέρουν η 7ετής εγγύηση, το after sales του Ομίλου Βασιλάκη, τα χαμηλά τέλη κυκλοφορίας και η ελεύθερη κίνηση στον δακτύλιο.
Υπέρ
Σχεδίαση, εσωτερικός διάκοσμος και εξοπλισμός, ποιότητα συναρμογής, χώροι επιβατών και πρακτικότητα, οδική συμπεριφορά, ευελιξία, συνδυασμός κινητήρα και κιβωτίου, απόδοση, κατανάλωση, τιμή βασικής έκδοσης και εγγύηση, χαμηλά τέλη κυκλοφορίας και ελεύθερη κίνηση στον δακτύλιο.
Κατά
Μικρός χώρος αποσκευών και έλλειψη ρεζέρβας.
Τεχνικά χαρακτηριστικά
Κατηγορία: 5θυρο, 5θέσιο, Β-SUV.
Διαστάσεις: 4.170 x 1.760 x 1.520 χιλ.
Μεταξόνιο: 2.580 χλστ.
Απόσταση από το έδαφος: 183 χλστ.
Χώρος αποσκευών: 352/1.155 λτ.
Ρεζερβουάρ καυσίμων: 45 λτ.
Βάρος: 1.288 κιλά.
Κινητήρας: Βενζίνης, προδιαγραφών Euro 6e bis, 3κύλινδρος, 12βάλβιδος, τούρμπο, 998 κ.εκ.
Ισχύς: 115 ίπποι στις 6.000 σαλ.
Ροπή: 200 Nm στις 2.000 – 3.000 σαλ.
Υβριδικό σύστημα: Ηλεκτρογεννήτρια με ιμάντα 48V.
Μπαταρία: Ιόντων λιθίου, 0,44 kWh.
Μετάδοση: Στους εμπρός τροχούς.
Κιβώτιο ταχυτήτων: Αυτόματο διπλού συμπλέκτη, 7 σχέσεων (7DCT).
Ανάρτηση: Γόνατα McPherson εμπρός και ημιάκαμπτος άξονας πίσω.
Τροχοί: 205/55/17.
Φρένα: Αεριζόμενοι δίσκοι εμπρός και δίσκοι πίσω.
Σύστημα διεύθυνσης: Ηλεκτρική υποβοήθηση, με κύκλο στροφής 10,4 μ.
Επιτάχυνση 0-100 χλμ/ώρα: 10.7΄΄.
Τελική ταχύτητα: 182 χλμ/ώρα.
Κατανάλωση δοκιμής: 6,3 λτ/100 χλμ, έναντι 5,6 λτ που αναφέρει ο κατασκευαστής.
Μέσος όρος εκπομπών CO2 (WLTP): 125 γρ/χλμ.
Τιμή: Από 22.390 € (αυτοκινήτου δοκιμής).
Εγγύηση: Εργοστασιακή, 7 χρόνια ή 150.000 χλμ.










